27/5/20

Γρηγόρης Λαμπράκης


Ο Γρηγόρης Λαμπράκης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1912 στην Κερασίτσα Αρκαδίας και ήταν το 14ο παιδί από τα συνολικά 18 που απέκτησαν οι γονείς του. Αδερφός του ήταν ο Θεόδωρος Λαμπράκης, ιατρός και βουλευτής με την Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ). Σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία. Υπήρξε αθλητής με πολλές πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες και κατείχε για 23 χρόνια (ως το 1959) το πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος με επίδοση 7,37 μ. Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια. Το 1950 κατέλαβε τη θέση του υφηγητή Μαιευτικής - Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Aπέκτησε τρεις γιους, τον Γιώργο, τον Θοδωρή και τον Γρηγόρη.


Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1961 ο Λαμπράκης εξελέγη βουλευτής Πειραιά συνεργαζόμενος με την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη». Στις 21 Απριλίου 1963 αψηφώντας σχετική απαγόρευση της αστυνομίας, πραγματοποίησε την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης. Βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, εν μέσω απειλών, πριν τελικά συλληφθεί και κρατηθεί για μερικές ώρες.

Αμέσως μετά μετέβη στο Λονδίνο για να συμπαρασταθεί στους Έλληνες, Κύπριους και Άγγλους διαδηλωτές που ζητούσαν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και η Βρετανίδα σύζυγός του Αντώνη Αμπατιέλου, Μπέτυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου. Στόχος των διαδηλωτών ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην αγγλική πρωτεύουσα προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους. Η σύζυγος του Αμπατιέλου ζήτησε ακρόαση από την Φρειδερίκη, η οποία την αρνήθηκε, παρά τις πιέσεις του Λαμπράκη. Σχεδόν ένα μήνα μετά, στις 22 Μαΐου, καθώς εξερχόταν από συγκέντρωση για την ειρήνη και τον πυρηνικό αφοπλισμό στη Θεσσαλονίκη, δέχτηκε δολοφονική επίθεση από παρακρατικούς. Τραυματίστηκε βαριά και υπέκυψε στα τραύματά του λίγες μέρες μετά.

Η δολοφονία

Λίγο μετά τις 8 το βράδυ της Τετάρτης 22 Μαΐου του 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης ξεκίνησε από το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ της Θεσσαλονίκης, όπου είχε αφιχθεί τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες, για να μεταβεί σε εκδήλωση που διοργάνωσε η «Επιτροπή δια την διαθνή ύφεσιν και ειρήνην», στην οποία ήταν ομιλητής. 
Η κατάσταση ήταν τεταμένη. Από τις 6 το απόγευμα πολλές δεκάδες άτομα ακραίων δεξιών πολιτικών πεποιθήσεων είχαν αρχίσει να συγκροτούν αντισυγκέντρωση στα πεζοδρόμια των οδών Σπανδώνη, Ερμού και Βενιζέλου, κοντά στο κτίριο όπου επρόκειτο να γίνει η συγκέντρωση. 
Είχαν προηγηθεί διαβήματα στελεχών της ΕΔΑ τόσο προληπτικά στον εισαγγελέα Πρωτοδικών κ. Αργυρόπουλο, ο οποίος ενημέρωσε σχετικά την αστυνομία, όσο και στο Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα, μετά τη συνάθροιση των «αντιφρονούντων». 
Στον τόπο της συγκέντρωσης βρίσκονταν ήδη 180 χωροφύλακες εν στολή, καθώς και ο επιθεωρητής Χωροφυλακής Βόρειας Ελλάδας υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου και ο διευθυντής των αστυνομικών δυνάμεων της πόλης, συνταγματάρχης Ευθύμιος Καμουτσής.

Κανείς τους όμως δεν έδωσε διαταγή να διαλυθεί η αντισυγκέντρωση. 
Έτσι ο Γρηγόρης Λαμπράκης προπηλακίστηκε καθώς πήγαινε στο κτίριο όπου βρίσκονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος, απ' όπου και εκφώνησε μετά από λίγο το λόγο του, κάτω από τις έξαλλες κραυγές του πλήθους των «αγανακτισμένων πολιτών», ενώ έπεφταν βροχή οι πέτρες εναντίον του.

Μέσα σ' αυτή την έκρυθμη κατάσταση, αφού ολοκλήρωσε όπως-όπως την ομιλία του για την ειρήνη, ο βουλευτής της ΕΔΑ φώναξε από το μικρόφωνο:

Προσοχή, προσοχή. Εδώ βουλευτής Λαμπράκης. 
Σαν εκπρόσωπος του Έθνους και του Λαού, καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Β. Ελλάδος, τον νομάρχη, τον εισαγγελέα, τον στρατηγό Χωροφυλακής Μήτσου, τον διευθυντή της Αστυνομίας και τον διοικητή Ασφαλείας να προστατέψουν τη συγκέντρωση και τη ζωή μου.

Στο μεταξύ, ο βουλευτής Καβάλας της ΕΔΑ Γιώργος Τσαρουχάς, που ήταν περαστικός από τη Θεσσαλονίκη, έσπευσε κι αυτός για τη συγκέντρωση, αλλά μόλις πλησίασε δέχθηκε άγρια επίθεση από τους «αντιφρονούντες", τραυματίστηκε κι ενώ τον μετέφεραν με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, δέχθηκε ξανά επίθεση των παρακρατικών στοιχείων που τον κατέβασαν κάτω κι άρχισαν να τον χτυπούν και να τον κλωτσούν μανιωδώς.
 Πολίτες τον μετέφεραν αιμόφυρτο, στον Σταθμό Α΄ Βοηθειών.

Ο Λαμπράκης, που δεν είχε μάθει τίποτα για την περιπέτεια του Τσαρουχά, ετοιμαζόταν να φύγει.
 Παρουσιάστηκε ο μοίραρχος Παπατριανταφύλλου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η περιοχή είχε εκκαθαριστεί από τους συγκεντρωμένους. 
Βγαίνοντας ο Λαμπράκης συνάντησε τον συνταγματάρχη Καμουτσή, στον οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ασυδοσία των παρακρατικών. 
Βλέποντας να εκκαθαρίζεται ο χώρος μπροστά στο κτίριο, ο Λαμπράκης μαζί με αρκετά άτομα ξεκίνησαν να περάσουν απέναντι στο ξενοδοχείο. 
Καθώς διέσχιζαν το δρόμο, ακούστηκε ο θόρυβος από μία τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, που όρμησε με ξέφρενη ταχύτητα και έπεσε πάνω στην ομάδα του βουλευτή και των φίλων του, ενώ κάποιος που ήταν ανεβασμένος στην καρότσα, χτύπησε με ένα λοστό τον Λαμπράκη στο κεφάλι. 
Η διαδρομή που ακολούθησε το τρίκυκλο στις οδούς Ελ. Βενιζέλου και Τσιμισκή αμέσως μετά το δολοφονικό χτύπημα, μέχρι το σημείο της σύλληψης των δραστών, λίγο πριν τη διασταύρωση των οδών Τσιμισκή με Αγίας Σοφίας. Και οι δύο αυτοί δρόμοι είναι σήμερα μονόδρομοι, με φορά αντίθετη προς την πορεία του τρίκυκλου.

Ο βουλευτής σωριάστηκε αιμόφυρτος στο έδαφος. Οδηγός του τρίκυκλου ήταν ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, μεταφορέας, γνωστός στον υπόκοσμο της Θεσσαλονίκης. Ένας από τους παρευρισκόμενους οπαδούς του Λαμπράκη, ο Μανώλης Χατζηαποστόλου, πήδηξε μέσα στην καρότσα του τρίκυκλου με σκοπό να σταματήσει το όχημα, που αναπτύσσοντας ταχύτητα έφυγε αμέσως. 
Αργότερα έγινε γνωστό ότι πάνω στο τρίκυκλο επέβαινε και ο Μανώλης Εμμανουηλίδης, καταδικασμένος για βιασμό, παιδεραστία, κλοπή κ.α. 
Ακολούθησε άγρια πάλη μεταξύ Χατζηαποστόλου και Εμμανουηλίδη. Το τρίκυκλο σταμάτησε, ο Γκοτζαμάνης κατέβηκε και με μια αστυνομική ράβδος (γκλομπ) χτύπησε τον Χατζηαποστόλου, έως ότου εμφανίστηκε ένας απλός τροχονόμος, ο οποίος μη γνωρίζοντας όσα είχαν προηγηθεί, συνέλαβε τον Γκοτζαμάνη κατόπιν υποδείξεων των περαστικών.

Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από το δολοφονικό χτύπημα και ενώ ο Γρηγόρης Λαμπράκης έπνεε τα λοίσθια.

Ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου διαπιστώθηκε ότι ήταν θανάσιμα τραυματισμένος. 
Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στη νύχτα της Αθήνας. Η κυβέρνηση διέθεσε ειδικό αεροσκάφος για να μεταφέρει στη συμπρωτεύουσα τον ειδικό νευροχειρουργό Δώρο Οικονόμου, για να χειρουργήσει τον βουλευτή της ΕΔΑ που χαροπάλευε. 
Η γνωμάτευσή του όμως ήταν παρόμοια με εκείνη του καθηγητή Νικόλαου Καβαζαράκη, του νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Δεν υπήρχε καμία ελπίδα σωτηρίας. 
Τέσσερις μέρες μετά τον θανάσιμο τραυματισμό του, στη 1:22 μετά τα μεσάνυχτα της 26ης Μαΐου, ο Λαμπράκης εξέπνευσε.

Σύμφωνα με τη μετέπειτα καταγγελία του Θ. Γρέβια, φοιτητή τότε και υποστηρικτή του Γ. Λαμπράκη, αφότου ο Λαμπράκης μεταφέρθηκε στο ΑΧΕΠΑ, αφέθηκε να πεθάνει. Μιλώντας στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», ο Γρέβιας δηλώνει χαρακτηριστικά: «Τον άφησαν βαριά τραυματισμένο, χωρίς ορό στο νεκροθάλαμο του νοσοκομείου. Το σχέδιό τους πέτυχε».

Ο Θ. Γρέβιας περιέγραψε τις στιγμές που ακολούθησαν όταν ο Γρηγόρης Λαμπράκης μεταφέρθηκε σοβαρά τραυματισμένος στο νοσοκομείο.

Τα μεσάνυχτα βρισκόμασταν έξω από την κεντρική είσοδο του νοσοκομείου, όταν εξήλθε ένας γιατρός. Απευθύνθηκε σε μας, ρωτώντας αν ήμασταν εκεί για τον Λαμπράκη. Του απαντήσαμε 'ναι'. Είπε ότι χρειαζόταν ένας από μας, γιατί δεν επαρκούσε το νοσηλευτικό προσωπικό. Πήγα εγώ. Κατέβηκα με το γιατρό στο πρώτο υπόγειο. Από ένα μακρόστενο διάδρομο μπήκαμε σε ένα κλειστό θάλαμο. Στην είσοδο βλέπω τη γραμματέα της οργάνωσής μας Καίτη Τσαρουχά, να κρατάει στα χέρια της τον βαρύτατα τραυματισμένο πατέρα της, Γιώργη Τσαρουχά (χτυπήθηκε το ίδιο βράδυ), βουλευτή Καβάλας της ΕΔΑ. Στο βάθος δεξιά ξαπλωμένο ανάσκελα, το σώμα του Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ο Θ. Γρέβιας σημειώνει ότι ο Λαμπράκης ήταν ζωντανός, αλλά σε κωματώδη κατάσταση. «Ο γιατρός μου ζήτησε να καθίσω σε μια καρέκλα, πίσω από το κεφάλι του, να τοποθετήσω τα χέρια μου στην κάτω σιαγόνα και να κρατώ συνεχώς το κεφάλι του προς τα πίσω και έφυγε. Του είχαν κάνει τραχειοστομία. Δεν ήταν διασωληνωμένος, δεν είχε ορό. Κατά διαστήματα το στήθος του τρανταζόταν από ακανόνιστες εισπνοές και εκπνοές», συνεχίζει ο Θ. Γρέβιας. Ερωτηθείς για τον θάλαμο και το αν υπήρχε άλλος ασθενής εκεί, ο Γρέβιας απάντησε:

«Ο χώρος όπου βρισκόμασταν δεν ήταν θάλαμος νοσηλείας. Ούτε τα κρεβάτια ήταν κρεβάτια νοσηλείας. Το κρεβάτι στο οποίο ήταν ο Λαμπράκης, αποτελούνταν από τρεις ξύλινες σανίδες πάνω σε δύο μεταλλικά 'Π', πιθανότατα νεκροκρέβατο. Μάλλον ήταν ο νεκροθάλαμος του νοσοκομείου».

Ανακρίσεις

Το χτύπημα κατά του Λαμπράκη προκάλεσε μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρίση, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το σύνολο του κεντρώου και αριστερού Τύπου να κάνουν λόγο από την πρώτη στιγμή για οργανωμένο σχέδιο δολοφονίας. 
Η επίσημη αστυνομική εκδοχή αντίθετα, ήταν ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα και αυτήν υιοθέτησε αρχικά και η κυβέρνηση της χώρας.
Η κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη
Η σορός του Λαμπράκη μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στο ναό του Αγίου Ελευθερίου και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα, ενώ η νεκρώσιμη ακολουθία έλαβε χώρα στη Μητρόπολη, στις 4 το απόγευμα της 28ης Μαΐου. Την κηδεία παρακολούθησαν όλοι οι αρχηγοί και οι βουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης και δεκάδες χιλιάδες λαού.



Ήδη, στη Θεσσαλονίκη είχαν ξεκινήσει οι ανακρίσεις για το «ατύχημα», από τον ανακριτή Χρήστο Σαρτζετάκη και τους εισαγγελείς Δημήτριο Παπαντωνίου και Νίκο Αθανασόπουλο, υπό τη γενική εποπτεία του εισαγγελέα εφετών Παύλου Δελαπόρτα. Αργότερα ο Παπαντωνίου αντικαταστάθηκε από τον εισαγγελέα Στυλιανό Μπούτη. Αν και η ηγεσία της Xωροφυλακής Θεσσαλονίκης έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκρύψει κρίσιμα στοιχεία και να εκφοβίσει τους μάρτυρες, η ανακριτική ομάδα (παρά τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις και πιέσεις που δέχτηκε από τον τότε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετέπειτα -το 1967- πρωθυπουργό της χούντας Κωνσταντίνο Κόλλια) κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ότι επρόκειτο για προμελετημένο έγκλημα και να αποκαλύψει τους ηθικούς αυτουργούς του. 
Έτσι, τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη ακολούθησαν τρανταχτά ονόματα.

Τον Ιούλιο του 1963 ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης απήγγειλε κατηγορίες για ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως του Γρ. Λαμπράκη εναντίον του υπομοίραρχου Εμμανουήλ Καπελώνη, διοικητή του αστυνομικού τμήματος Τριανδρίας, και του Ξενοφώντα Γιοσμά (που, λόγω της δράσης του στην Κατοχή, είχε καταδικαστεί ως δοσίλογος και, ακριβώς για τον λόγο αυτό, αποκαλούνταν συχνά κοροϊδευτικά Φον Γιοσμάς). 

Στις 14 Σεπτεμβρίου, με ομοφωνία ανακριτή και εισαγγελέως κρίθηκαν προφυλακιστέοι ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, επιθεωρητής Βορείου Ελλάδος, οι συνταγματάρχες Ευθύμιος Καμουτσής, διευθυντής αστυνομίας, και Μιχαήλ Διαμαντόπουλος και ο μοίραρχος Τρύφων Παπατριανταφύλλου.

Στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης έμεινε ο υπομοίραρχος της Ασφάλειας Δημήτριος Κατσούλης, του τμήματος «Δίωξης Κομμουνιστών». Όπως ισχυρίστηκε ο υπομοίραρχος Εμμανουήλ Καπελώνης, ο Κατσούλης της Ασφαλείας Θεσσαλονίκης ειδοποίησε όλα τα παραρτήματα να στείλουν τους άνδρες τους στον τόπο της συγκέντρωσης και να πάρουν μαζί τους «εθνικόφρονες πολίτες» για ν' αποδοκιμάσουν τους οπαδούς της ειρήνης. Επειδή όμως στο μεταξύ άλλαξε ο τόπος της συγκέντρωσης όπου θα μιλούσε ο βουλευτής, οι περί ων ο λόγος πολίτες εκλήθησαν να μαζευτούν στο Ε΄ Αστυνομικό Τμήμα. Εκεί τους έβγαλε λόγο ο υπομοίραρχος Κατσούλης, ο οποίος, μεταξύ άλλων, τους τόνισε ότι «στόχος μας είναι ο Λαμπράκης»
Στο υπόμνημά του ο υπομοίραρχος Καπελώνης ισχυρίστηκε ότι προ των επεισοδίων και της συγκέντρωσης, ο Κατσούλης πέρασε από τα γραφεία της Γενικής Ασφαλείας και δήλωσε κομπορρημονών στους αξιωματικούς: «Σήμερα θα δείτε τι θα γίνει...».

Τελικά, για τον φόνο καταδικάστηκαν οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, ενώ ο Γιοσμάς καταδικάστηκε μόνο για διατάραξη της κοινής ειρήνης.


Η δίκη  


Η δίκη κράτησε 67 ημέρες και έμεινε στην ιστορία για δύο λόγους: την αποκάλυψη του ρόλου του παρακράτους στην Ελλάδα, αλλά και την πρωτοφανή αδιαφορία για τα ενοχοποιητικά στοιχεία από τους ενόρκους. Σε όλη τη διάρκεια της δίκης, οι μάρτυρες άλλαζαν τις καταθέσεις τους, ενώ πολλοί παραδέχτηκαν ότι είχαν δεχτεί απειλές πριν εμφανιστούν στο δικαστήριο. Πολλά αποδεικτικά στοιχεία “εξαφανίστηκαν” μυστηριωδώς, όπως ο λοστός που χρησιμοποίησε ο Εμμανουηλίδης για να χτυπήσει τον βουλευτή. Επικρατούσε ένταση, η οποία κορυφώθηκε όταν ο Γκοτζαμάνης δήλωσε ότι ήταν ο Χατζηαποστόλου αυτός που χτύπησε τον Λαμπράκη. Μάρτυρες αποκάλυψαν ότι πριν από την έξοδο του Λαμπράκη απ’ το κτίριο, το τρίκυκλο κυκλοφορούσε ανενόχλητο στους δρόμους που είχε κλείσει η αστυνομία. 

Οι ένστολοι… 

Η ετυμηγορία 
Ο Σπύρος Γκοτζαμάνης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια κάθειρξη για θανατηφόρες σωματικές βλάβες σε βάρος του Λαμπράκη και διατάραξη της κοινής ειρήνης. “Την απόφαση τη δέχθηκε με χαμόγελα”, έγραφαν “ΝΕΑ” της 30ης Δεκεμβρίου 1963. Ο Εμμανουηλίδης καταδικάστηκε σε 8 χρόνια, αλλά έκλαιγε με λυγμούς όταν του το ανακοίνωσαν. Και στους δύο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του “προτέρου έντιμου βίου” και ότι δεν “ενήργησαν από ταπεινά αίτια”
Ο εισαγγελέας Δελαπόρτας σχολίασε: “Τουλάχιστον αυτό το ελαφρυντικόν είναι ελαφρώς προσβλητικόν”. 

Αυτοψία στο τρίκυκλο των παρακρατικών. Εικονίζεται αριστερα ο οδηγός Σπύρος Γκοτζαμάνης με κουστούμι… Συνεπιβάτης ήταν Μανώλης Εμμανουηλίδης που χτύπησε με λοστό τον Γρηγόρη Λαμπράκη στη συμβολή των οδών Ερμού και Ελ. Βενιζέλου.

 Και οι δύο αμνηστεύτηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής συνελήφθησαν και εξορίστηκαν και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης φυλακίστηκε. Το παρακράτος κυβερνούσε τη χώρα. 
Αριστερά, ο Εμμανουηλίδης και δεξιά ο Γκοτζαμάνης

 Ο Ξενοφών Γιοσμάς, ο αρχηγός της παρακρατικής οργάνωσης “Καρφίτσα”, κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός και καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση για τη διατάραξη της κοινής ειρήνης.
 Ο λιμενεργάτης Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών, επειδή τραυμάτισε τον βουλευτή Γιώργη Τσαρουχά κατά τη διάρκεια των αναταραχών στην εκδήλωση.
 Οι Χρήστος Φωκάς, Γιώργος Λεονάρδος, Ιωάννης Τόγκας καταδικάστηκαν σε 10 μήνες φυλάκισης για διατάραξη κοινής ειρήνης, ο Κωνσταντίνος Παραπάρας σε έξι μήνες και οι Παναγιώτης Κουντουλέας και Νίκος Παπαδόπουλος σε τρεις. Τελικά, δεν πέρασαν ούτε μία μέρα στη φυλακή, γιατί η ποινή τους μετατράπηκε σε καταβολή 100 δραχμών ημερησίως.  Αθωώθηκαν οι αξιωματικοί της Εθνικής Ασφάλειας που κατηγορούνταν ως ηθικοί αυτουργοί και οι αστυνομικοί που κατηγορούνταν για παράβαση των καθηκόντων τους.
 Είχαν προσπαθήσει να αποκρύψουν πλήθος ενοχοποιητικών στοιχείων και ήταν εμφανές ότι είχαν αναμιχθεί στην υπόθεση, αλλά προφανώς δεν ήταν αρκετό για να καταδικαστούν.... 




Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 1966. Ώρα 2.15 τα ξημερώματα. Η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Κακουργοδικείου Θεσσαλονίκης αθώωσε 22 από τους 31 κατηγορούμενους για τη δολοφονία του βουλευτή της αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη. “Εξ αμελείας προήλθε ο θάνατός του”, έκριναν οι δέκα ένορκοι της υπόθεσης και ο κόσμος που παρακολουθούσε τις εξελίξεις έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ». 30 Δεκεμβρίου 1966.... 

Ο εισαγγελέας Παύλος Δελλαπόρτας σχολίασε χαρακτηριστικά: “Το χυθέν διά της αποφάσεως φως εις την υπόθεσιν ομοιάζει με φως ριπτόμενον από εξησθενημένην ηλεκτρικήν στήλην”. 
Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “ΒΗΜΑ” γράφει λακωνικά: “Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΔΕΝ ΕΚΛΕΙΣΕ”.

 Έτσι τελείωσε η πολύκροτη δίκη Λαμπράκη, τρία χρόνια μετά τον θάνατό του. Ο εισαγγελέας είχε πει στην αγόρευσή του για τους κατηγορούμενους: «Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται -προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ’ αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;»... 




Περισσότερες πληροφορίες

  • Η υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη έχει καταγραφεί στο μυθιστορηματικό «Ζ» (από το «Ζει») του Βασίλη Βασιλικού. Το βιβλίο έγινε το 1969 ταινία Ζ από τον Κώστα Γαβρά, με τον Υβ Μοντάν στο ρόλο του Λαμπράκη, τον Ζαν Λουί Τρεντινιάν στο ρόλο του Σαρτζετάκη και την Ειρήνη Παππά στο ρόλο της συζύγου του Λαμπράκη.
  • Μεταπολιτευτικά, διάφορα οικιστικά σημεία όπως τα δημοτικά στάδια της Καλλιθέας και του Ζωγράφου στην Αθήνα, η λεωφόρος στην Τούμπα Θεσσαλονίκης κ.ά, μετονομάστηκαν προς τιμήν του.
  • Από το 1983 ο Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών διεξάγεται στη μνήμη του Γρηγόρη Λαμπράκη κάθε Νοέμβριο.
  • Το 2010 βρέθηκαν στα υπόγεια του δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης δύο χαρτόκουτα με τα ματωμένα ρούχα των βουλευτών της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη και Γιώργη Τσαρουχά, που είχαν αποθηκευθεί εκεί ως πειστήρια για τις δίκες των δύο εγκλημάτων. Άγνωστοι παρέδωσαν τα κουτιά στα γραφεία της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων στη Θεσσαλονίκη και το 2019 τα ρούχα παραδόθηκαν στο εργαστήριο συντήρησης υφασμάτων του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου για να συντηρηθούν και να διασωθούν από τη φθορά.
  • Χρονικά της δολοφονίας και των ενόχων μπορεί κανείς να βρει στα βιβλία:
  • Κώστα Παπαϊωάννου «Πολιτική δολοφονία. Θεσσαλονίκη '48 - Θεσσαλονίκη '63», 2 τόμοι, Αθήνα 1993, εκδ. Το Ποντίκι
  • Γιάννη Βούλτεψη «Υπόθεση Λαμπράκη», Αθήνα 1988 , εκδ. Αλκυών
  • Παύλου Πετρίδη (επιμ), «Δολοφονία Λαμπράκη. Ανέκδοτα ντοκουμέντα (1963-1966)», Αθήνα 1995, εκδ. Προσκήνιο
  • Πλήθος στοιχείων έχουν καταγραφεί στην αρθρογραφία εφημερίδων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το κουτί ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται. .To κουτί έχει το δικαίωμα διαγραφής οποιοδήποτε σχολίου χωρίς αιτιολογία