11/3/20

Σοφία Βέμπο


Η Σοφία Μπέμπου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Τσαριτσάνη του νομού Λάρισας και κατόπιν στο Βόλο, όπου οι γονείς της εργάστηκαν ως καπνεργάτες.


Στη φωτογραφία απεικονίζεται η Σοφία Βέμπο όταν πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή του θεάτρου. Είναι ντυμένη τσιγγάνα και ποζάρει στον φακό κρατώντας μια κιθάρα. Τραβήχτηκε το 1933 και είναι  η πρώτη επαγγελματική φωτογραφία της Βέμπο.

Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία τυχαία το 1930, τραγουδώντας σ' ένα ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης για να συνεισφέρει οικονομικά στο σπίτι της. Τρία χρόνια αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα, όπου προσελήφθη από τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή στο «Κεντρικόν», προκειμένου να συμμετάσχει στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933». Την ίδια περίοδο υπέγραψε και το πρώτο της συμβόλαιο στη δισκογραφική εταιρία Columbia, ερμηνεύοντας ερωτικά τραγούδια της εποχής και λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής της η καταξίωση δεν άργησε να έρθει.

"Εγώ απλώς έτυχε να τραγουδήσω τραγούδια που τύγχανε με τις νίκες και τις δόξες της Αλβανίας. Αυτό είναι όλο. Ο συγχωρεμένος Αχχιλέας Μαμάκης πίστεψε -όπως όλοι πιστεύανε- πως έπρεπε να είμαι η τραγουδίστρια της νίκης. Και με βάφτισε. Δεν ξέρω αν το αξίζω, αλλά είμαι περήφανη και το χαίρομαι. (από συνέντευξή της το 1966 στο περιοδικό «Πρώτο»)"

Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 ανέλαβε την εμψύχωση των ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο με πατριωτικά και σατυρικά τραγούδια, ενώ πρωταγωνίστησε σε επιθεωρήσεις που προσάρμοζαν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα. 


Η τραγουδίστρια της νίκης δεν βοηθούσε τον αγώνα μόνο με τα τραγούδια της. Πολλές φορές πραγματοποιούσε εμφανίσεις και παραχωρούσε όλα τα έσοδα για τις ανάγκες των στρατιωτών. Η φήμη της ήταν γνωστή στους Ιταλούς, κάποιοι από τους οποίους αποφάσισαν να την εκδικηθούν όταν κατέλαβαν τη χώρα ως ουραγοί των Γερμανών. Προσπάθησαν να την τρομοκρατήσουν, αρχικά λεκτικά και αργότερα έμπρακτα, αλλά άναδρα.

Ένα βράδυ, την ώρα που η Βέμπο επέστρεφε από τη βραδυνή της παράσταση στο θέατρο, την πλησίασε ένας Ιταλός και τη χτύπησε δυνατά με μια σιδερένια γροθιά. Παρόλο που η τραγουδίστρια τραυματίστηκε πολύ, δεν το έβαλε κάτω. Όταν την ενημέρωσαν με ανώνυμο μήνυμα ότι τη χτύπησαν για να την παραμορφώσουν και να μη μπορεί να εμφανιστεί στο θέατρο, εκείνη απάντησε «θα τραγουδάω στο ραδιόφωνο». 

Τον Αύγουστο του 1941 η Βέμπο οδηγήθηκε στην Αστυνομία Αθηνών, όπου ο διευθυντής Άγγελος Έβερτ, την ενημέρωσε ότι δεν θα μπορούσε να ξανατραγουδήσει και να εμφανιστεί στο θέατρο. Η εντολή ήταν του Ιταλού συνταγματάρχη, Κ. Μεόλι και μεταξύ άλλων ανέφερε: «Η Διεύθυνσις Αστυνομίας παρακαλείται να καλέσει την καλλιτέχνιδα Βέμπο να παύση την δράσιν της εις το τραγούδι, εις όλα τα θέατρα της Ελλάδος. Εις την ιδίαν θα αφαιρεθή το δελτίον καλλιτέχνιδος και του λοιπού θα απαγορεύεται να ανέλθη επί σκηνής». Ο κόσμος ξεσηκώθηκε και η απόφαση άλλαξε. 

Η Βέμπο επέστρεψε στο θέατρο και το τραγούδι με αυστηρούς όρους για το ρεπερτόριό της. Η ζωή της όμως είχε αλλάξει. Βρισκόταν συνεχώς υπό παρακολούθηση και οι έφοδοι στο σπίτι της έγιναν συχνές. Ιταλοί και Γερμανοί έμπαιναν μέσα και διέλυαν ότι έβρισκαν μπροστά τους για να την τρομοκρατήσουν. Αποκορύφωμα του κυνηγητού της από τις κατοχικές δυνάμεις, ήταν η σύλληψη και ο εγκλεισμός της στις φυλακές Αβέρωφ. Όταν αφέθηκε ελεύθερη, είχε πια συνειδητοποιήσει πως έπρεπε να φύγει από την Αθήνα.

Στο τέλος του 1942, η υπηρεσία αντικατασκοπείας της Αθήνας, μετά από εντολή του Γενικού Επιτελείου Στρατού που είχε συγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή, κατάφερε να τη φυγαδεύσει. Η οργάνωση «Μίδας 614» υπό τις οδηγίες του αρχηγού της, Ι. Τσιγάντε, κατέστρωσε το σχέδιο απόδρασης. Η Βέμπο και ο αδελφός της Τζώρτζης στις 8 Οκτωβρίου του 1942 μεταμφιεσμένοι σε ηλικιωμένους, ξεκίνησαν το περιπετειώδες ταξίδι για τη Μέση Ανατολή. Η τραγουδίστρια είχε εφοδιαστεί με πλαστό διαβατήριο με το όνομα Σοφία Βαμβέτσου. Μετά από δεκαήμερη κατασκήνωση σε ένα βουνό της Εύβοιας, επιβιβάστηκαν σε ένα σαπιοκάραβαο που τους οδήγησε στην Τουρκία. Από εκεί συνέχισαν για τη Συρία, πέρασαν τη Δαμασκό, τον Λίβανο και την Παλαιστίνη και μετά από σχεδόν ένα μήνα, κατάφεραν να φτάσουν στην Αίγυπτο.

Φεύγοντας η Βέμπο άφησε πίσω της τον αγαπημένο της Μίμη Τραιφόρο, ο οποίος βυθίστηκε στη θλίψη και πίστεψε πως τον είχε εγκαταλείψει. Μετά από λίγο καιρό όμως και ύστερα από προσωπικές της ενέργειες, η τραγουδίστρια κατάφερε να τον φέρει κοντά της. Η παραμονή της στη Μέση Ανατολή δεν σήμανε το τέλος της δράσης της.

Η Βέμπο συνέχισε τις εμφανίσεις της όπου υπήρχαν Έλληνες και διέθετε σχεδόν όλες τις εισπράξεις για τις ανάγκες του αγώνα. Υπολογίζεται ότι οι προσφορές της υπέρ πατρίδος ανέρχονταν σε 18.000 χρυσές λίρες, ποσό τεράστιο για την εποχή. Πολλές φορές χρειαζόταν να διανύσει πολλά χιλιόμετρα για να βρεθεί σε κάποιο στρατόπεδο, αλλά δεν την ενοχλούσε. Το ΓΕΝ, εκτιμούσε ιδιαιτέρως της δράση της και πολλές φορές διέθετε το αεροπλάνο «Μεγαλόχαρη» για τις μετακινήσεις της. Το καλοκαίρι του 1944 η Βέμπο είχε καταξιωθεί στην Αλεξάνδρεια και απέκτησε δικό της χώρο. Το θέατρο «Νασιονάλ» μετονομάστηκε σε θέατρο «Βέμπο». Οι επιτυχίες που σημείωσε μαζί με το συγκρότημά της και τον Μίμη Τραϊφόρο, ήταν πολύ μεγάλες. Ανάμεσα στους θεατές βρέθηκαν κατά καιρούς, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’, ο πρωθυπουργός Εμ. Τσουδερός, ο πρωθυπουργός της Αιγύπτου Ναχάς Πασά, ο πρίγκιπας Πέτρος, ο Φαρούκ της Αιγύπτου, η τότε πριγκίπισσα Φρειδερίκη και πολλοί άλλοι. 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια τον Απρίλιο του 1943, η Βέμπο αρραβωνιάστηκε τον Μίμη Τραϊφόρο.

Έγινε σύμβολο του έθνους, ταύτισε το όνομά της με το αλβανικό έπος και χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης».

«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά, 

που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά, 

παιδιά στη γλυκιά Παναγιά, 

προσευχόμαστε όλες, να ‘ρθετε ξανα.. 

Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά..».


Το τραγούδι αυτό πέταξε στην Αλβανία, στα βουνά της Ηπείρου και αργότερα στο Ελ Αλαμέιν εμψυχώνοντας τα ελληνικά στρατεύματα. Ήταν το πρώτο τραγούδι της δόξας του ’40, το τραγούδι που έφερε έκρηξη στην καριέρα της Βέμπο. Το θέατρο «Μόντιαλ», όπου εμφανιζόταν η τραγουδίστρια, γεμάτο σε όλες του τις παραστάσεις παραχωρούσε τις μισές από τις καθημερινές του εισπράξεις για την ενίσχυση του ελληνικού στρατού. Το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» υπήρξε η αφετηρία του μεγάλου έρωτα της Σοφίας και του Μίμη Τραϊφόρου «Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή μου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις μου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Τραϊφόρος. «Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω».

Συναντιόντουσαν καθημερινά κρυφά στο Ζάππειο. Κρυφά γιατί η Σοφία παρόλο που ήταν φτασμένη τραγουδίστρια και συντηρούσε την οικογένειά της, ζούσε κάτω από αυστηρές οικογενειακές αρχές και δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα. Ως μεγαλύτερη ήθελε να είναι παράδειγμα για τα αδέλφια της.

Από το 1940 έως το 1957, που παντρεύτηκαν, συζούσαν. Η σχέση τους όμως δεν ήταν εύκολη. Ο Τραϊφόρος δεν της ήταν πιστός και αυτό έκανε την Βέμπο να ζηλεύει και να δρα ακραία. Κυνηγούσε όποια κοπέλα υποψιαζόταν ότι φλέρταρε με το σύντροφό της. Μια από αυτές ήταν και η ηθοποιός Σπεράντζα Βρανά, η οποία ξυλοκοπόθηκε άγρια από την τραγουδίστρια.


Στις αρχές της δεκαετίας του 50, η πληθωρική Σπεράντζα συμμετείχε στο θίασο της Σοφίας Βέμπο στην επιθεώρηση «Έχετε γεια βρυσούλες» στην Θεσσαλονίκη. Ο ρόλος της ήταν πολύ μικρός και αυτό την έκανε να στεναχωριέται. Η Βέμπο την κρατούσε σε απόσταση γιατί φοβόταν ότι ο Τραϊφορος θα την προσέγγιζε. Άλλωστε έβλεπε ότι η νεαρή ηθοποιός δεν περνούσε απαρατήρητη. «Άρχισα να διαμαρτύρομαι αλλά όπως κατάλαβα η Βέμπο δεν με συμπαθούσε, ίσως επειδή ζήλευε τον Μίμη πάρα πολύ, και μ’ έβλεπε με άσχημο μάτι, ποιος ξέρει, ίσως φοβόταν μήπως συμβεί κάτι με μένα και τον Μίμη, άδικα όμως, διότι ποτέ δεν συνέβη τίποτα, ούτε κατά διάνοια», είχε γράψει η Σπεράντζα στη βιογραφία της.

Ενώ η αυλαία έκλεισε και οι ηθοποιοί πήγαν στα καμαρίνια τους, η Σπεράντζα παρέμενε στην κουίντα, στο πλάι της σκηνής. Η Βέμπο την φώναξε και της είπε 

«Έλα δω, Βρανά. Δεν μου λες πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι, σε μπουλούκι και κάνεις ό,τι θες». Και η Βρανά της απάντησε «Όχι σε μπουλούκι, κυρία Βέμπο, με πήρατε από το Ακροπόλ νομίζω». Τότε η Βέμπο την άρπαξε από το μαλλί και άρχισε να την χτυπάει.

Ο Τραϊφόρος προσπάθησε να την σταματήσει αλλά εκείνη νευρίασε πιο πολύ. «Μου είχε καταματώσει τα χέρια με τα νύχια της και το πρόσωπό μου ήταν στα μαύρα χάλια» είχε γράψει η Βρανά στην αυτοβιογραφία της. Έκλαιγε και προσπαθούσε να ξεφύγει. Οι φωνές τους ακούστηκαν μέχρι τα καμαρίνια. Οι ηθοποιοί Νίκος Σταυρίδης και Κούλης Στόλιγκας επενέβησαν για να τις χωρίσουν. Ο Σταυρίδης γύρισε και της είπε «Ε, ρε Σοφία, το παράκανες με το κοριτσάκι, τι σου έκανε στο κάτω κάτω και όλο μαζί της τα βάζεις;». Ο Στόλιγκας νευρίασε τόσο που της είπε «Τι είναι αυτά, κυρά μου, πού βρισκόμαστε σε στρατόπεδο; Μην τολμήσεις και ξανασηκώσεις χέρι απάνω της γιατί τότε θα σε δείρω εγώ».

Όταν πήγαν στην Κύπρο, η Σπεράντζα δέχτηκε πρόταση από τον Μπουρνέλη να συνεργαστούν στην επιθεώρηση «Πικραγγουριά». Αυτό ανέβασε την αυτοπεποίθηση της ηθοποιού και πήγε να κάνει παράπονα στην Βέμπο που δεν την άφηνε να παίξει. Η Βέμπο αποφάσισε να της δώσει ένα νούμερο την τελευταία εβδομάδα που θα ανέβαινε η παράσταση στην Κύπρο. Το νούμερο της Βρανά είχε μεγάλη επιτυχία.

Όπως φαίνεται η Βέμπο είχε μετανιώσει για τη συμπεριφορά της. Το τελευταίο βράδυ τους στην Κύπρο, πήγαν όλοι οι συντελεστές για φαγητό. Η Βέμπο ζήτησε να κάνει πρόποση και είπε «Πίνω στην υγειά της Βρανά που είναι το καλύτερο κορίτσι του θιάσου και της εύχομαι «Καλή επιτυχία» τώρα που θα γυρίσει και καλή καριέρα γιατί της αξίζει». Η Βρανά την ευχαρίστησε και ξέχασε ό,τι είχε συμβεί μεταξύ τους.

Το 1949 απέκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο. Σε μια εποχή που θέατρα έκλειναν και μετατρέπονταν σε κινηματογράφους, η Βέμπο επανέφερε την επιθεώρηση, ανεβάζοντας έργα που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της λαϊκής σάτιρας και καθιέρωσαν τους μεγάλους κωμικούς μας. Ταυτόχρονα, έβαλε τα θεμέλια μιας καινούριας εποχής για το ελληνικό τραγούδι, λανσάροντας το «αρχοντορεμπέτικο».


" Στη ζωή μου είχα δύο αληθινές φιλίες. Η μία με πρόδωσε και η άλλη υπάρχει ακόμα στον Βόλο. Όσο για αγάπη την βρήκα στον άντρα μου τον Μίμη Τραϊφόρο. Είναι υπέροχος, χρυσός, αλλά πιο κοντός από μένα (από συνέντευξή της το 1966 στο περιοδικό «Πρώτο»)"
Το 1959 πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Στουρνάρα 288», όπου υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια που ξεχάστηκε από τους θαυμαστές της κι εργαζόταν ως καθηγήτρια πιάνου. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της το 1955 στην κλασσική «Στέλλα» και το 1938 στην «Προσφυγοπούλα», όπου είχε κάνει και το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη.

"Δεν πρόσεξα ποτέ τον εαυτό μου. Δεν τον φρόντισα. Δεν τον αγάπησα. Αλλά από πέρυσι άρχισα να πιστεύω πως έχω δικαίωμα να ζω κι εγώ λίγο. Γι’ αυτό έφυγα και πήγα στην Ισπανία. Έπρεπε να αρρωστήσω πολύ για να καταλάβω ότι είμαι κι εγώ άνθρωπος. (από συνέντευξή της το 1966 στο περιοδικό «Πρώτο»)."
Στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας αποσύρθηκε οριστικά. Την περίοδο 1967-1974 συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Τη βραδιά του «Πολυτεχνείου» άνοιξε το σπίτι της κι έκρυψε φοιτητές, τους οποίους αρνήθηκε να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα της.


"Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι καθόλου άσχημο, είναι συγκινητικό και ωραίο όταν δεν μυρίζει χασίσι ... Το νέο κύμα είναι θαυμάσιο, μα πρέπει να παρουσιάζεται χωρίς μικρόφωνο και με μαλλιά χτενισμένα! (από συνέντευξή της το 1966 στο περιοδικό «Πρώτο»)."

Πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατρέπεται σ' ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

Πηγή: sansimera.gr, mixanitouxronou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το κουτί ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται. .To κουτί έχει το δικαίωμα διαγραφής οποιοδήποτε σχολίου χωρίς αιτιολογία