8/2/20

Μάρκος Βαμβακάρης


Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στον συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια καθολικών και ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Η οικογένειά του ήταν φτωχή, έφερε όμως το «μικρόβιο» της μουσικής. Ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.

Πριν καλά - καλά ξεκινήσει το σχολείο, ο Μάρκος αναγκάστηκε να διακόψει, διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό, και έπιασε δουλειά με τη μητέρα του σε ένα κλωστήριο. Τα επόμενα χρόνια δούλεψε ως χασάπης, εφημεριδοπώλης, οπωροπώλης, λούστρος, και το 1917, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε για τον Πειραιά. Αρχικά, εγκαταστάθηκε στα Ταμπούρια κι έπιασε δουλειά ως γαιανθρακεργάτης. Δούλεψε ακόμα ως λιμενεργάτης και ως εκδορέας στα σφαγεία, ενώ τα βράδια σύχναζε στους τεκέδες, όπου το 1924 άκουσε για πρώτη φορά στη ζωή του μπουζούκι. Εντυπωσιάστηκε και μέσα σε ελάχιστους μήνες έγινε ένας από τους καλύτερους αυτοδίδακτους μπουζουξήδες. Την περίοδο αυτή έκανε και τον πρώτο του γάμο με τη Ζιγκοάλα, την οποία όπως έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο.

«Σκύλα με έκανες κομμάτια, βρε, με τα δυο σου μαύρα μάτια, σκύλα με έκανες ρεζίλι, βρε, στον πασά και στον βεζίρη». Αυτό είναι ένα από τα πολλά τραγούδια που έγραψε ο Μάρκος Βαμβακάρης, εμπνευσμένος από τον πόνο που του προκάλεσε ο χωρισμός με την πρώτη του γυναίκα η οποία τον απατούσε. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, όταν δούλευε στα καρβουνάδικα του Πειραιά, γνώρισε την πρώτη του γυναίκα, την Ελένη, την οποία ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε σε ηλικία 19 χρόνων. Ο γάμος του όμως με τη Ζιγκοάλα, όπως την αποκαλούσε, αποδείχτηκε ατυχής, καθώς εκείνη τον απατούσε με τον καλύτερό του φίλο και κουμπάρο τους, τον Σήφη.

Το 1925 κατατάχθηκε στο στρατό και όταν απολύθηκε άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια. Έως το 1933 είχε γράψει πάνω από 50 τραγούδια και με την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης γραμμοφώνησε στην Odeon τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι στην Ελλάδα, που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

Την επόμενη χρονιά δημιούργησε με τρεις φίλους του -τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά- ένα πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα Άσπρα Χώματα. Η αστυνομία, όμως, δεν του έδωσε άδεια. Έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει και για πρώτη φορά έπειτα από 20 χρόνια ταξίδεψε με τον Μπάτη στη Σύρο. Έπαιξαν μαζί για περίπου δύο μήνες σ' ένα μαγαζί της παραλίας και όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή, ίσως το πιο γνωστό τραγούδι του.

Η περίοδος λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (1935 - 1940) ήταν και η πιο παραγωγική. Τα τραγούδια του έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος έγινε περιζήτητος. Αφού περιόδευσε στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα και σε πολλές ακόμα πόλεις, άρχισε εμφανίσεις στον Βοτανικό, μαζί με τον Γιάννη Παπαιωάννου, τον Κώστα Καρίπη και τον Στέλιο Κερομύτη.

Με την έναρξη του πολέμου, ο Βοτανικός έκλεισε και ακολούθησαν δύσκολα χρόνια. Το 1941 πέθανε ο αδερφός του Λεονάρδος και το 1942 η μητέρα του Ελπίδα. Την εποχή εκείνη, έπειτα από παρότρυνση της μεγάλης του αδελφής, ο Μάρκος παντρεύτηκε με ορθόδοξο γάμο τη δεύτερη σύζυγό του, τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά τους χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε τον Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949.

Μετά τον πόλεμο, ο Μάρκος Βαμβακάρης άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Το 1954 αρρώστησε με βαριά από παραμορφωτική αρθρίτιδα στα χέρια και τα ρεμπέτικα τραγούδια δεν ήταν πια της μόδας. Για να τα βγάλει πέρα και να καταφέρει να ζήσει τη γυναίκα και τους τρεις γιους του, κατέφυγε σε χωριά της επαρχίας. Εκεί, το ακροατήριο δεν ήταν τόσο αυστηρό και διψούσε για ζωντανές εμφανίσεις γνωστών ονομάτων. Η αμοιβή του δεν ήταν σε χρήματα, αλλά σε είδη πρώτης ανάγκης. Οι χωρικοί έδιναν κότες , αυγά, φακές, φασόλια και ότι άλλο καλλιεργούσαν, για να ακούσουν ζωντανά τον Βαμβακάρη. Έτσι, κατάφερε για λίγο καιρό να εξασφαλίσει τα προς το ζην για την οικογένειά του. Το 1955, τα πράγματα χειροτέρεψαν και ο Μάρκος με τον γιο του Στέλιο, έφυγαν για την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Σύρο. Οι Συριανοί, τον αγαπούσαν. Οι εμφανίσεις του στην ταβέρνα του Λιλή, γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Οι θαυμαστές του στριμώχνονταν ο ένας πάνω στον άλλο, για να τον ακούσουν να ερμηνεύει τη διάσημη Φραγκοσυριανή και άλλα αγαπημένα τραγούδια. Ο Βαμβακάρης τότε, κατάφερε να συγκεντρώσει λίγα χρήματα. Η νοσταλγία όμως, για τους δικούς του ανθρώπους, τον έκανε ένα χρόνο μετά να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα των Κυκλάδων και να επιστέψει με τον γιο του στον Πειραιά. Η ζωή στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολη. Ο κόσμος υπέφερε από τη φτώχεια. Το ίδιο και ο Βαμβακάρης, που δεν είχε δουλειά και όλοι τον είχαν ξεχάσει. Για να συντηρήσει την οικογένειά του, υπήρχε μια λύση. Η «σφουγγάρα». «Σφουγγάρα» έλεγαν οι μουσικοί, το πιατάκι που έβγαζαν στις ταβέρνες, για να ρίξουν κέρματα οι θαμώνες. Στην περίπτωση του Βαμβακάρη, το πιατάκι το κρατούσε ο πεντάχρονος τότε γιος του. Ο ίδιος ο μεγάλος ρεμπέτης, δεν άντεχε αυτόν τον εξευτελισμό. Δεν είχε όμως άλλη λύση. Ήθελε, αλλά δεν μπορούσε, να αποφύγει τη «ζητιανιά». Τραυματική εμπειρία ήταν όταν τον έδιωξαν από ένα μαγαζί γιατί προτίμησαν να ακούσουν μουσική από το τζουκ-μπόξ. Όταν θέλησε να επιστρέψει στο πάλκο, όλοι τον είχαν ξεχάσει. Η ελληνική μουσική βιομηχανία τον θεωρούσε «ξεπερασμένο» και δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί. Ο Μάρκος δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε να αφήνει χρέος στο μπακάλη ή τον μανάβη, ήταν περήφανος. Κάποια Χριστούγεννα προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50 έπρεπε να ψωνίσει για το σπίτι και την οικογένειά του. Έτσι το πρωί της παραμονής πήγε και έδωσε το δαχτυλίδι και τη βέρα του σε έναν αργυραμοιβό και με τα χρήματα του πήρε και αγόρασε ό,τι χρειαζόταν το γιορτινό τραπέζι. Όμως, όλο το βράδυ δεν έβγαλε κουβέντα. Είχε μεγάλο παράπονο και ο πόνος τού ήταν βαρύς για την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Τη μόνη στιγμή που μίλησε στο τραπέζι ήταν όταν ψιθύρισε ότι «Οι εφημερίδες γράψανε ότι οι Ρώσοι αρχίζουν να στέλνουν ανθρώπους στο φεγγάρι». Ύστερα έμεινε πάλι σιωπηλός.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά το 1960, όταν έπειτα από πρωτοβουλία του Βασίλη Τσιτσάνη, κυκλοφορούν από την Columbia παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, ο Στράτος Διονυσίου, κ.ά. Το εγχείρημα σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Μάρκος είχε την ευκαιρία να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 έκανε την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολούθησε η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Προτίμησε την αξιοπρέπεια και την πικρή σιωπή…

Αφού έδωσε ένα έργο που επηρέασε όλους τους επόμενους, ο δημιουργός της «Φραγκοσυριανής», του «Κάβουρα», του «Αντιλαλούν οι φυλακές» «έφυγε» σε ηλικία 67 χρόνων, σε ένα διάδρομο του «Ερυθρού Σταυρού» στις 8 Φλεβάρη 1972, πικραμένος και κουρασμένος. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, με άσχημη υγεία, είχε σχεδόν ξεχαστεί από τους φίλους του και ελάχιστοι τον επισκέπτονταν.


Πηγές: sansimera.gr, rizospastis.gr, mixanitouxronou.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το κουτί ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται. .To κουτί έχει το δικαίωμα διαγραφής οποιοδήποτε σχολίου χωρίς αιτιολογία