16/10/19

Λουκρήτιος


Τα άσµατα του υψηλού Λουκρήτιου τότε θα χαθούν, όταν κάποια µέρα θα δώσει τον κόσµο στον αφανισµό. Ο δίστιχος φόρος τιµής των οβιδιανών Amores (1.15.23-24) στο επικούρειο έπος De Rerum Natura, πενήντα περίπου χρόνια µετά τον θάνατο του δηµιουργού του, αποτελεί µία από τις ελάχιστες αναφορές της ρωµαϊκής λογοτεχνίας για το έργο και το πρόσωπο του Ρωµαίου ποιητή Τίτου Λουκρήτιου Κάρου που έζησε το πρώτο µισό του 1ου αι. π.Χ., έγραψε το ποίηµα «για την φύση των πραγµάτων» και πέθανε χωρίς να σώζεται τίποτα άλλο πέρα από το κείµενό του για να θυµίζει ότι υπήρξε.  

Ο Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος Τίτος Λουκρήτιος Κάρος (λατινικά Titus Lucretius Carus) γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.Χ. Το μόνο γνωστό του έργο είναι ένα εκτενές φιλοσοφικό ποίημα με τίτλο De Rerum Natura, (“Περί της φύσεως των πραγμάτων”). Φαίνεται ότι ολόκληρο το βιβλίο βασίστηκε στην χαμένη επιτομή των τριανταεπτά τόμων που συνέταξε ο  αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Επίκουρος. Τα χειρόγραφα του De Rerum Natura ήταν επί αιώνες θαμμένα στα άδυτα ενός μοναστηριού της νότιας Γερμανίας, ώσπου ανακαλύφθηκαν το 1417. Είναι γνωστό ότι από το τεράστιο και αξιολογότατο συγγραφικό έργο των Επικούρειων σώθηκαν ελάχιστα. 

Για τον Λουκρήτιο δεν διαθέτουµε σχεδόν κανένα βιογραφικό στοιχείο, το πιο πιθανό είναι ότι δούλεψε µόνος, χωρίς να έχει επαφές µε άλλους Επικούρειους˙ το πλαίσιο ζωής του µπορεί να ανασκευαστεί από κάποιες λεπτοµέρειες του κειµένου του, παραδίδονται όµως λίγες πληροφορίες αµφιβόλου αξιοπιστίας από πηγές κατά πολύ µεταγενέστερες του ποιητή. Η πιο γνωστή είναι εκείνη του Αγίου Ιερώνυµου στα τέλη του 4ου αι. µ.Χ. ο οποίος στις προσθήκες στα Χρονικά του Ευσέβιου αναφέρει για το έτος 94 π.Χ.: «Γεννιέται ο ποιητής Τίτος Λουκρήτιος, ο οποίος αργότερα τρελάθηκε εξαιτίας ενός ερωτικού φίλτρου. Στα φωτεινά διαλείµµατα της τρέλας του έγραψε µερικά βιβλία, που αργότερα επιµελήθηκε ο Κικέρων˙ κατόπιν αυτοκτόνησε σε ηλικία 44 ετών». Οι µελετητές, πλέον, θεωρούν ότι αυτή η αναφορά δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα, καθώς εντάσσεται στην πολεµική τωνΧριστιανών συγγραφέων προς την επικούρεια φιλοσοφία, ενώ και το έτος της γέννησης του Λουκρήτιου τοποθετείται γύρω στα 99-98 π.Χ. Μια ακόµη βιογραφική πληροφορία είναι εκείνη του ∆ονάτου, πάλι τον 4ο αι. µ.Χ., ο οποίος αναφέρει ότι ο θάνατος του ποιητή του DRN συνέπεσε µε την ηµέρα των 17ων γενεθλίων και την απονοµή της ανδρικής τηβέννου στον Βιργίλιο, δηλαδή το 55 π.Χ.  Ο Λουκρήτιος δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του που τελειώνει κάπως απότομα. 

Ο Λουκρήτιος, ως φιλοσοφική φωνή, έµεινε εκτός της δεσπόζουσας τάσης της ρωµαϊκής φιλοσοφίας, θαυµάστηκε, ωστόσο, ως απαράµιλλη λογοτεχνική µορφή και επηρέασε σηµαντικά τους µεταγενέστερους ποιητές, ιδιαίτερα τον Βιργίλιο. Η παράβλεψη του φιλοσοφικού έργου ίσως οφείλεται στο ότι ο Επικουρισµός δεν ήταν ιδιαίτερα συµπαθής στον σύγχρονο του Λουκρήτιου Κικέρωνα του οποίου τα φιλοσοφικά συγγράµµατα δέσποζαν την περίοδο εκείνη. Επιπλέον, οι πολιτικές συγκυρίες των είκοσι πέντε χρόνων που ακολούθησαν τον θάνατο του Λουκρήτιου δεν ήταν πρόσφορες για την διάδοση του Επικουρισµού, καθώς η Ρώµη σπαράχθηκε από εµφύλιους πολέµους, έως ότου επικράτησε ο Οκταβιανός το 31 π.Χ. O Αύγουστος (όπως µετονοµάστηκε ο Οκταβιανός), σε µια προσπάθεια να εγκαθιδρύσει, εκτός της πολιτικής, την πολιτιστική του µονοκρατορία, δηµιούργησε έναν λογοτεχνικό κύκλο ο οποίος προήγαγε την ιδεολογία του, παραµερίζοντας τους ποιητές που δεν ταίριαζαν στο προωθούµενο ιδεολογικό µόρφωµα, το οποίο υπηρέτησε δεόντως η στωική φιλοσοφία, ο µεγάλος αντίπαλος του Επικουρισµού. 

Το De rerun natura όπως το ονόμασε, δηλαδή “Περί φύσεως των πραγμάτων” είναι το μεγαλύτερο φιλοσοφικό ποίημα στην ιστορία. Αναπτύσσεται σε 6 βιβλία και πραγματεύεται την αρχή των όντων της ύλης, του χώρου και της ενότητας των ορατών σωμάτων, των φαινομένων, των ανθρώπων και του κόσμου, σύμφωνα με την επικούρεια φιλοσοφία. 

Το De Rerum Natura, έκτασης περίπου 7.400 στίχων, απαρτίζεται από έξι βιβλία που, αδροµερώς, χωρίζονται σε τρία ζεύγη. Διακηρυγμένος στόχος του Ρωμαίου Λουκρήτιου ήταν να απαλλάξει το νου των ανθρώπων από τις προκατάληψεις, τις δεισιδαιμονίες και τον φόβο του θανάτου. Σε 7.415 συνολικά στίχους, γίνεται εκτενής αναφορά σε όλες τις απόψεις των Επικούρειων Ο Λουκρήτιος απέρριπτε ως αβάσιμη δεισιδαιμονία την ιδεαλιστική άποψη ότι το Σύμπαν κυβερνάται από θεϊκές παρεμβάσεις ή υπερφυσικές δυνάμεις, όπως θεωρούσε η πλειοψηφία των ανθρώπων του καιρού του. Ο θάνατος για τον Λουκρήτιο δεν ήταν εγγενώς ούτε καλός ούτε κακός, μόνο μία απόλυτη παύση της ύπαρξης, και ο φόβος του θανάτου δεν ήταν παρά μία προβολή επίγειων, καθημερινών φόβων.

Το πρώτο ζεύγος, στο πλαίσιο του µικροσκοπικού επιπέδου των ατόµων, πραγµατεύεται τα αξιώµατα της επικούρειας φυσικής: α. τίποτε δεν δηµιουργείται από το τίποτε και µε θεϊκή παρέµβαση (nullam rem e nihilo gigni divinitus umquam, 1. 150)˙ β. η φύση δεν επιτρέπει σε τίποτε να καταλήξει στο µηδέν (neque ad nihilum interemat res, 1.216)˙ γ. ό,τι υπάρχει στην φύση είναι σύσταση αόρατων µικροσωµατιδίων, των ατόµων, και του κενού, πέρα από αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο (omnis ut est igitur per se natura duabus / constitit in rebus; nam corpora sunt et inane, 1.419-20). 

Το δεύτερο ζεύγος βιβλίων ασχολείται µε το ανθρώπινο επίπεδο, πιο συγκεκριµένα µε την θνητή φύση της ψυχής και του νου, µε «τον θάνατο που δεν είναι τίποτε για µας και ούτε που µας αφορά» (nil igitur mors est ad nos neque pertinet hilum, 3.830) (βιβλίο 3), µε τα οµοιώµατα που είναι υπεύθυνα για την όραση (simulacra), µε την αίσθηση και την σκέψη, µε ζητήµατα φυσιολογίας και ψυχολογίας (βιβλίο 4). 

Το τελευταίο ζεύγος βιβλίων εστιάζει στο επίπεδο του κόσµου, στην θνητότητά του, στα ουράνια φαινόµενα, στην Γη και στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισµού (βιβλίο 5), στα µετεωρολογικά και 9 Furley (1999) 418˙ Munro (1864, ανατύπ. 2009) (τόµ. 2) 95. 9 γήινα φαινόµενα και κλείνει µε τον λοιµό των Αθηνών των ετών 431-429 π.Χ. (βιβλίο 6). 

Σε κάθε ζέυγος βιβλίων, η σκέψη πορεύεται από το γενικό (άτοµα και κενό στο πρώτο βιβλίο, ψυχή και θνητότητα στο τρίτο, κόσµος στο τρίτο) στο ειδικό (ιδιότητες των ατόµων στο δεύτερο βιβλίο, αντίληψη και σκέψη στο τέταρτο, ουράνια φαινόµενα και λοιµός στο έκτο). 

Το µοναδικό κείµενο που σώζεται υπό το όνοµα του Λουκρήτιου κατάφερε να συµβιβάσει την παλιά διαµάχη φιλοσοφίας και λογοτεχνίας µεταδίδοντας µε στίχους ένα φιλοσοφικό σύστηµα ο ιδρυτής του οποίου έτρεφε µια παροιµιώδη αποστροφή προς την ποίηση, πολλώ µάλλον για την σύζευξη φιλοσοφίας και ποίησης. Το αφηγηµατικό προσωπείο του De Rerum Natura αναλαµβάνει τον ρόλο του δασκάλου για να εξοικειώσει τους Ρωµαίους µε την επικούρεια φυσική φιλοσοφία χρησιµοποιώντας την φόρµα του έπους, ενός λογοτεχνικού είδους σεβαστού κι αναγνωρίσιµου και µε δυνατότητα να απευθυνθεί σε κοινό που δεν είναι εξειδικευµένο σε ζητήµατα φιλοσοφίας. Ήρωας του έπους δεν είναι πια κάποιο µυθολογικό πρόσωπο, αλλά ο σωτήρας Επίκουρος ο οποίος απελευθέρωσε το µυαλό των ανθρώπων από τον φόβο και την προκατάληψη˙ θέµα του ποιήµατος δεν αποτελεί ο πόλεµος ή ο νόστος, αλλά η εξήγηση του φυσικού κόσµου. 

Επιπλέον, η επιλογή του ποιητικού µέσου για την µετάδοση φιλοσοφικών αξιωµάτων συνδέει τον Λουκρήτιο µε τους λεγόµενους «Προσωκρατικούς» φιλοσόφους Ξενοφάνη, Εµπεδοκλή και Παρµενίδη, οι οποίοι µετέδωσαν µε τον επικό στίχο την φιλοσοφική τους θεωρία. 


Σε διάφορα σημεία του ποιήματος, ο Λουκρήτιος υμνεί τον ίδιο τον Επίκουρο για την προσφορά του στον άνθρωπο. Ακολουθεί ένα τέτοιο παράδειγμα:
"Ω, εσύ(Επίκουρε) που πρώτος μπόρεσες από το τόσο σκότοςνα βγάλεις τέτοια ξάστερη φεγγοβολή, της ζήσης την ευτυχία φωτίζοντας,του γένους των Ελλήνων στολίδι, εσένα ακολουθώ και τα πατήματά μουτώρα πιθώνω σταθερά στα χνάρια των ποδιών σου".(μετ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης)

Το χειρόγραφο του έργου ήταν γνωστό στον Κικέρωνα(Marcus Tullius Cicero) και στο φιλογράμματο αδελφό του τον Κόιντο Κικέρωνα(Quintus Tullius Cicero). Πιθανολογείται ότι συνέβαλαν στην έκδοσή του. Είχαν συζητήσει την αξία του ποίηματος του Λουκρήτιου σε αλληλογραφία τους. Το πιο πιθανό όμως είναι να ανέλαβε την έκδοση ο Αττικός(Titus Pomponius Atticus), φίλος του Κικέρωνα, που η αδερφή του είχε παντρευτεί τον αδερφό του. Ο Αττικός ήταν γνωστός φίλος της επικούρειας φιλοσοφίας. Ήταν εκδότης και προστάτης των γραμμάτων, μεγάλος λάτρης της Ελλάδος, που είχε σπουδάσει φιλοσοφία στην Αθήνα. Ήταν φίλος του επίσης Ρωμαίου επικούρειου Τορκουάτου, γνωστού από τα έργα του Κικέρωνα. Αρκετά πιο μετά ο Marcus Valerius Probus (20-105 μ.χ.χ.) επανέκδοσε το έργο του Λουκρητίου.

Το έργο είχε εκτιμηθεί ήδη από την εποχή εκείνη ως ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, με μεγάλη φιλοσοφική αξία. Ως τέτοιο, αποτελεί ένα μοναδικό για το είδος του και ανεκτίμητο προϊόν της ανθρώπινης σκέψης ανά τους αιώνες. Μέσα στο έργο αποτυπώνονται οι απόψεις του Επίκουρου που υπήρχαν στο 37τομο ομώνυμο έργο του φιλοσόφου, το Περί Φύσεως, από το οποίο δεν υπάρχει πλέον σχεδόν τίποτε, εκτός από κάποια αποσπάσματα που τα διαφύλαξε η στάχτη του Βεζούβιου στην πόλη Ηράκλεια(Ερκολάνεουμ).

Η μορφή του φιλοσοφικού ποιητικού λόγου του Λουκρήτιου και μάλιστα στην λατινική γλώσσα, φαίνεται πως συγκίνησε κάποιον ή κάποιους λόγιους που αντέγραψαν ένα χειρόγραφο της αρχαιότητας, το αρχέτυπο όλων των επομένων. Από αυτό προέρχονται τα δυο παλαιότερα σωζόμενα, μέχρι σήμερα, χειρόγραφα που περιέχουν ολόκληρο το έργο και χρονολογούνται στις αρχές του 9ου αιώνα, την εποχή του Καρλομάγνου. Πρόκειται για τους Codex Vossianus Quadratus και Codex Vossianus Oblongus, είναι γραμμένοι σε περγαμηνή και έχουν ονομαστεί έτσι από το σχήμα τους. Σήμερα υπάρχουν και τα δυο χειρόγραφα στο πανεπιστήμιο Leiden της Ολλανδίας.

Το χειρόγραφο του κειµένου ανακαλύφθηκε σε κάποιο γερµανικό µοναστήρι ( που η ακριβής τοποθεσία του δεν έγινε ποτέ γνωστή) το 1417 από τον Ιταλό Poggio Bracciolini, η πρώτη έκδοση του ποιήµατος έγινε το 1437, το πρώτο συστηµατικό εκδοτικό εγχείρηµα το 1500˙ από τότε, το κείµενο διορθώθηκε επανειληµµένες φορές, ενώ ακόµη και σήµερα οι φιλόλογοι εγείρουν αµφιβολίες για το κατά πόσον το κείµενο που διαβάζουµε αντιστοιχεί επ’ ακριβώς σε εκείνο που έγραψε ο Λουκρήτιος.

Απόσπασμα

Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ηδονίζεσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσεις εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος. 
Τίποτε δε είναι τόσο γλυκό, όπως το να κρατείς τα ατάραχα κάστρα,
που των σοφών οι διδαχές τα χουν καλοαρματώσει
κι από κει τους άλλους να μπορείς να βλέπεις ένα γύρω.

Θα τους κοιτάς (τους ανθρώπους) να ναι πλανούμενοι και θα τους αγναντεύεις,
πως σκορπισμένοι αναζητούν τον δρόμο της ζωής
και πως για εξυπνάδα μάχονται και για ευγένειες φιλονικούν.
Θα τους κοιτάς πως στα υψηλά αξιώματα με τρανούς κόπους,
μέρα νύχτα πασκίζουν ν΄ ανεβούν και όλα να τ΄ αφεντέψουν.
Άτυχα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένα στήθη.
Σε τι ζωή τρισκόταδη και σε κινδύνους πόσους,
αυτός ο λίγος ο καιρός της ζήσης σας διαβαίνει.

Δε βλέπετε που αληθινά δε λαχταρά άλλο πράγμα
η φύση εκείνου που από αυτόν ο πόνος έχει λείψει,
παρά το νου ανοιχτόκαρδα με δίχως φόβους κι έννοιες να χαίρεται;
Γι αυτό λοιπόν θωρούμε πως η φύση του σώματος
χρειάζεται πράγματα τέλεια λίγα, που κάθε πόνο αφαιρούν…

(Σύμφωνα με την αντίληψη των Επικούρειων, το να επιδιώκεις τη δόξα, τον πλούτο και τη δύναμη χωρίς μέτρο είναι αφύσικο, μια συνεχής πηγή ταραχών και δυσφορίας. Ακόμα και όταν ο αδύνατος γίνει δυνατός, ο θνητός άνθρωπος ποτέ δε θα γίνει παντοδύναμος, ούτε θα νικήσει τους φόβους του, με πρώτο το φόβο του θανάτου. Το να είσαι αδύναμος και να θέλεις να γίνεις δυνατός είναι τουλάχιστον εξίσου οδυνηρό με το να είσαι δυνατός και να επιθυμείς την αδύνατη παντοδυναμία. Έτσι εξηγείται πιθανώς και η θρυλούμενη ελαφρά μελαγχολία των μεγάλων ανδρών και γυναικών. Αφού τα έχουν όλα, γιατί δεν αισθάνονται ευτυχισμένοι;)

Φάρος του Πνεύματος