11/10/19

Ζοζέ Σαραμάγκου - Περί Τυφλότητος, Απόσπασμα




8 Οκτωβρίου 1998: Το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Ζοζέ Σαραμάγκου για το μυθιστόρημα Περί Τυφλότητος. Είναι η πρώτη φορά, από το 1901 που πρωτοξεκίνησε ο θεσμός των Νόμπελ, που δίνεται σε συγγραφέα από την Πορτογαλία, ενώ είναι ο τέταρτος κατά σειρά Ευρωπαίος που βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το όνομα, πάντως, του Ζοζέ Σαραμάγκο ήταν επί πολλά χρόνια μεταξύ των υποψηφίων για το βραβείο. Σύμφωνα με τη Σουηδική Ακαδημία: “Το βραβείο απονέμεται στον Ζοζέ Σαραμάγκο, ο οποίος με φανταστικές αλληγορίες, με συναίσθημα και ειρωνεία, κάνει πάντα κατανοητό το μέρος της πραγματικότητας που μας διαφεύγει”.

Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου


Ένας άνθρωπος χάνει ξαφνικά το φως του. Τα περιστατικά αιφνίδιας τύφλωσης κλιμακώνονται και η κυβέρνηση αποφασίζει να βάλει σε καραντίνα τους τυφλούς. Με γραφειοκρατική ακρίβεια, ο Ζοζέ Σαραμάγκου έχει υπολογίσει όλα όσα θα μπορούσαν να συμβούν σ' έναν κόσμο που χάνει την όρασή του. Για πόσο καιρό η κίνηση στους δρόμους θα είναι ομαλή; Για πόσο καιρό θα επαρκούν τα τρόφιμα για τις πεινασμένες ορδές; Πόσος χρόνος χρειάζεται για να καταρρεύσει η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος, αερίου και νερού; Τι θ' απογίνουν τα κατοικίδια; Οι σεξουαλικοί φραγμοί; Πόσοι τυφλοί φτιάχνουν μια τυφλότητα;

Και τέλος: Σε έναν κόσμο τυφλών, τι θα έκανες αν έβλεπες; 


Απόσπασμα


Άναψε το πορτοκαλί, δύο μπροστινά αυτοκίνητα επιτάχυναν προτού ανάψει το κόκκινο. Στην διάβαση των πεζών εμφανίστηκε το πράσινο ανθρωπάκι. Ο κόσμος που περίμενε άρχισε να διασχίζει το δρόμο πατώντας στις λευκές γραμμές που ήταν ζωγραφισμένες πάνω στη μαύρη επίστρωση της ασφάλτου, δεν έχει καμία ομοιότητα με ζέβρα (η διάβαση των πεζών στα πορτογαλικά) κι όμως αυτό είναι το όνομά της. Οι οδηγοί ανυπόμονοι, με το πόδι στο ντεμπραγιάζ, κρατούσαν το αυτοκίνητο σε εγρήγορση προχωρώντας, οπισθοχωρώντας, σαν νευρικά άλογα που αισθάνονται στον αέρα το μαστίγιο να κατεβαίνει. Οι πεζοί σταμάτησαν πια να περνούν, αλλά το σήμα της ελεύθερης διέλευσης για τα αυτοκίνητα θα καθυστερήσει ακόμα μερικά δευτερόλεπτα, υπάρχει μάλιστα η άποψη ότι αυτή η φαινομενικά ασήμαντη καθυστέρηση, αν την πολλαπλασιάσουμε με τους χιλιάδες σηματοδότες που υπάρχουν σ’ αυτή την πόλη και με τη διαδοχική αλλαγή των τριών χρωμάτων στο κάθε έναν απ’ αυτούς, είναι από τις πλέον υπολογίσιμες αιτίες της κυκλοφοριακής συμφόρησης, ή του μποτιλιαρίσματος, για να χρησιμοποιήσουμε τον τρέχοντα όρο.


Επιτέλους το πράσινο άναψε, τα αυτοκίνητα πάτησαν γκάζι απότομα, απ’ ότι φαίνεται όμως δεν έβαλαν όλοι μπροστά. Ο πρώτος οδηγός της μεσαίας λωρίδας είναι σταματημένος, κάποιο μηχανικό πρόβλημα πρέπει να έχει, ίσως χαλαρό γκάζι, ή κόλλησε ο λεβιές του σασμάν, ή θα παρουσιάστηκε κάποια βλάβη στο υδραυλικό σύστημα, μπλόκαραν τα φρένα, ή έχει ελαττωματικό ηλεκτρικό κύκλωμα, εκτός κι αν έμεινε απλώς από βενζίνη, δεν θα ήταν δα πρωτοφανές. Η νέα συνάθροιση πεζών που σχηματίζεται στα πεζοδρόμια παρακολουθεί τον οδηγό του ακινητοποιημένου αυτοκινήτου να χειρονομεί πίσω απ’ το παρμπρίζ ενώ τα αυτοκίνητα πίσω του κορνάρουν δαιμονισμένα. Μερικοί οδηγοί βγήκαν ήδη στο δρόμο με την πρόθεση να σπρώξουν το αμάξι που έχει κολλήσει κάπου όπου δεν θα παρεμποδίζει την κίνηση, χτυπούν θυμωμένα τα κλειστά τζάμια,  ο άντρας που βρίσκεται μέσα γυρνά το κεφάλι του προς το μέρος τους, πότε από τη μια πλευρά και πότε από την άλλη, φαίνεται πως κάτι φωνάζει, από τις κινήσεις του στόματός του φαίνεται πως επαναλαμβάνει συνέχεια μία λέξη, όχι μία, δύο, έτσι είναι πραγματικά, οπως θα διαπιστωθεί όταν επιτέλους κάποιος θα κατορθώσει να ανοίξει την πόρτα. Είμαι τυφλός.


Ποιος θα το ‘λεγε. Αν χρειαζόταν να εκτιμήσουμε την κατάσταση των ματιών αυτού του ανθρώπου με μια ματιά, γιατί μόνο αυτό είναι δυνατό αυτή τη στιγμή, φαίνονται υγιή, η ίριδα είναι υγρή, φωτεινή, και το ασπράδι λευκό και συμπαγές σαν πορσελάνη. Τα τσιτωμένα βλέφαρα, το ρυτιδιασμένο δέρμα του προσώπου, τα ματοτσίνορα που γύρισαν ξαφνικά, όλα αυτά, ο καθένας μπορεί να το δει, έχουν παραμορφωθεί από την αγωνία. Με μια απότομη κίνηση το θέαμα αυτό εξαφανίστηκε πίσω απ’ τις κλειστές γροθιές του άντρα, σαν να ήθελε να συγκρατήσει στο εσωτερικό του εγκεφάλου του την τελευταία εικόνα που προσέλαβε, ένα κόκκινο φως, στρογγυλό, σ’ ένα φανάρι. Είμαι τυφλός, είμαι τυφλός, επαναλάμβανε με απελπισία καθώς τον βοηθούσαν να βγει από το αυτοκίνητο, και τα δάκρυα στα οποία αναλύθηκε έκαναν ακόμα πιο λαμπερά τα μάτια που εκείνος έλεγε πως ήταν νεκρά. Θα περάσει, θα δείτε ότι θα σας περάσει, μερικές φορές είναι νευρικό, είπε μία γυναίκα. Το φανάρι είχε αλλάξει πάλι χρώμα, κάποιοι περίεργοι περαστικοί πλησίασαν κι αυτοί, κι οι οδηγοί πιο πίσω, που δεν ήξεραν τι συνέβαινε, διαμαρτύρονταν γι’ αυτό που οι ίδιοι πίστευαν πως ήταν ένα συνηθισμένο ατύχημα, κάποιο σπασμένο φανάρι, κάποιος τσακισμένος προφυλακτήρας, πάντως όχι κάτι που να δικαιολογεί όλη αυτή τη σύγχυση. Καλέστε την αστυνομία, φώναζαν, πάρτε απ’ τη μέση αυτή τη σακαράκα. Ο τυφλός ικέτευε, Σας παρακαλώ, ας με πάει κάποιος στο σπίτι μου. Η γυναίκα που είπε ότι είναι νευρικό ήταν της άποψης ότι έπρεπε να καλέσουν ένα ασθενοφόρο να μεταφέρει τον δύστυχο στο νοσοκομείο, αλλά ο τυφλός είπε όχι, δεν είχε τέτοια απαίτηση, αρκεί να το συνοδεύσουν μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας όπου μένει.

Φάρος του Πνεύματος