16/10/19

Η υπόθεση Ντρέιφους


Ο Άλφρεντ Ντρέιφους (Alfred Dreyfus) ήταν ένας Γάλλος αξιωματικός του Γαλλικού στρατού, Εβραίος στο θρήσκευμα, που υπήρξε το κεντρικό πρόσωπο της ομώνυμης πολύκροτης υπόθεσης που συγκλόνισε τη Γαλλία στα τέλη του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε στη Μιλούζ της Αλσατίας στις 9 Οκτωβρίου του 1859 και ήταν γιος μιας εβραϊκής οικογένειας που είχε υφαντουργική βιομηχανία. Μετά τον Γάλλο-Ρωσικό πόλεμο η οικογένειά του εγκατέλειψε την Αλσατία, όταν αυτή παραχωρήθηκε στη Γερμανία, επειδή ήθελαν να παραμείνουν Γάλλοι πολίτες. Αφού τέλειωσε το σχολείο στη Γκρενόμπλ, διάλεξε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα και γι’ αυτό μπήκε στην Πολυτεχνική Σχολή του Παρισιού το 1878 και το 1882 κατατάχθηκε στο στρατό ως αξιωματικός του μηχανικού. Στη συνέχεια αποφοίτησε από τη σχολή πυροβολικού (1889) και έλαβε το βαθμό του λοχαγού σε ηλικία 29 ετών. Μετά από επιτυχείς εξετάσεις έγινε δεκτός στη Σχολή Πολέμου και αποφοίτησε 9ος (1892), παρά την εχθρότητα που προκαλούσε η εβραϊκή του καταγωγή


Στη συνέχεια τοποθετήθηκε σε υπηρεσία του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Παρίσι, όπου το 1894 οργανώθηκε σε βάρος του μια πρωτοφανής σκευωρία και βρέθηκε κατηγορούμενος για εσχάτη προδοσία. Συγκεκριμένα, η εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος», εκκλησιαστικών συμφερόντων, που την ποδηγετούσε η Καθολική Εκκλησία, δημοσίευσε ένα άρθρο με το οποίο κατηγορούσε τον Εβραίο αξιωματικό ότι αυτός ήταν ο συντάκτης ενός εγγράφου που παραδόθηκε στον στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανικής Πρεσβείας στο Παρίσι. Τι είχε συμβεί; Τον Σεπτέμβριο του 1894, η γαλλική στρατιωτική Αντικατασκοπεία βρήκε ανάμεσα σε μερικά έγγραφα, που πάρθηκαν από το γραφείο του στρατιωτικού ακολούθου της Γερμανικής Πρεσβείας, έναν κατάλογο, γνωστό ως Bordereau (=σχέδιο), μυστικών εγγράφων με πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα (στρατιωτικά μυστικά), που δόθηκε στους Γερμανούς από κάποιο Γάλλο στρατιωτικό. Μια βιαστική και εντελώς ανεπαρκής έρευνα έπεισε τον αντισημίτη αρχηγό της Αντικατασκοπείας, συνταγματάρχη Sandherr, ότι ο προδότης ήταν ο Ντρέιφους. Εκτός από κάποια ομοιότητα ανάμεσα στον γραφικό χαρακτήρα του Ντρέιφους και αυτού του Bordereau, δεν μπόρεσαν να βρεθούν και πολλές πειστικές αποδείξεις κατά του Ντρέιφους.

Παρόλα αυτά, ο Ντρέιφους συλλαμβάνεται στις 15 Οκτωβρίου. Η δίκη του στο Στρατοδικείο έγινε κεκλεισμένων των θυρών, και έλαβε χώρα από τις 19 ως τις 21 Δεκεμβρίου, στη διάρκεια της οποίας ο Ντρέιφους αρνείται όλες τις κατηγορίες, ενώ τα στοιχεία εναντίον του αποδείχθηκαν πενιχρά και η γραφολογική εξέταση αμφισβητήθηκε έντονα. Παρόλα αυτά το δικαστήριο τον βρίσκει ένοχο και του επιβάλλει τη μεγαλύτερη ποινή: ισόβια κάθειρξη, καθαίρεση και ατιμασμό. Εξορίζεται στο διαβόητο Νησί του Διαβόλου, κοντά στις ακτές της Γαλλικής Γουιάνας, για να εκτίσει την ποινή του, κάτω από τις πιο απάνθρωπες συνθήκες. Η κοινή γνώμη ξεσηκώνεται και βίαιες αντισημιτικές διαδηλώσεις σαρώνουν ολόκληρη τη Γαλλία. Κάποιοι μάλιστα, προσπάθησαν να ανατινάξουν την τράπεζα των Ρότσιλντ . Ενώ εξακολουθούσε να υποστηρίζει την αθωότητά του, ο Ντρέιφους δεν γνώριζε ότι είχε καταδικαστεί με τη βοήθεια ενός μυστικού φακέλου που είχε προετοιμάσει η στρατιωτική Αντικατασκοπεία. Η παράδοση το φακέλου αυτού στους δικαστές, χωρίς να το γνωρίζει η υπεράσπισή του, παραβίαζε τη νόμιμη διαδικασία και ήταν η πρώτη μεταξύ πολλών πράξεων που θα δυσφημούσε το στρατό και θα κατέστρεφε τις σταδιοδρομίες των αξιωματικών που εμπλέκονταν στην υπόθεση.

Η υπόθεση Ντρέιφους τροφοδότησε και αναζωπύρωσε τα πολιτικά πάθη, που διαίρεσαν για μια ολόκληρη δεκαετία τη Γαλλία, όπου ο λαός είχε χωριστεί σ’ αυτούς που ήταν υπέρ και σε αυτούς που ήταν κατά της απόφασης του στρατοδικείου εναντίον του Ντρέιφους. Συνεπώς, δεν επρόκειτο για μια πολεμική γύρω από μια υποτιθέμενη δικαστική πλάνη, αλλά για μια βαθιά κρίση των γαλλικών πολιτικών ηθών κατά τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.


Πεπεισμένη για την αθωότητά του, η οικογένεια του Ντρέιφους δεν θα αφήσει το θέμα να ταφεί και ζητάει δικαίωση. Οδηγούμενη από τον αδελφό του Άλφρεντ, τον Mathieu, αναζητάει νέες αποδείξεις που θα έπειθαν τον στρατό να αρχίσει και πάλι την έρευνα της υπόθεσης.

Την ίδια στιγμή, αντί να ξεχαστεί, η υπόθεση Ντρέιφους συνέχιζε να πυροδοτεί με ένταση την πολιτική ζωή της Γαλλίας. Πρώτοι οι σοσιαλιστές αντελήφθησαν ότι το θύμα της πλεκτάνης ήταν απλά το πρόσχημα που οι φιλομοναρχικοί χρησιμοποιούσαν σε συνεργασία με ακροδεξιούς εθνικιστές, στην προσπάθειά τους να επαναφέρουν τη μοναρχία. Η βασιλεία είχε καταρρεύσει μετά το φιάσκο του γαλλογερμανικού πολέμου του 1871 - 72 και οι μοναρχικοί σκοπό είχαν να αποδείξουν ότι τα ίδια χάλια είχε και η δημοκρατία κι επιπλέον ανεχόταν σε θέσεις κλειδιά Εβραίους προδότες.
Εκτός από μερικά άτομα, όπως τον λαμπρό νεαρό συγγραφέα Bernard Lazare και τον ευυπόληπτο ισόβιο γερουσιαστή Scheurer-Kestner, μαζί της συντάσσονται δημοκρατικά στοιχεία, η πνευματική Γαλλία, αλλά και ακέραιοι άνθρωποι του στρατεύματος. Οι προσπάθειες τους όμως ξεσήκωσαν τον αντισημιτικό Τύπο που φώναζε για εξάλειψη του «εβραϊκού συνδικάτου» που προσπαθούσε να διαφθείρει τον στρατό.

Η τύχη για πρώτη φορά ήρθε να βοηθήσει τον Ντρέιφους, τον Ιούλιο του 1895, όταν ο νέος αρχηγός της Αντικατασκοπείας, ο συνταγματάρχης Marie Georges Picquart, πείσθηκε για την αθωότητα του Ντρέιφους. Του παραδίδεται ολόκληρος ο φάκελος και με έκπληξη ανακαλύπτει τη φοβερή σκευωρία, διαπίστωσε καραμπινάτες παρανομίες στην όλη διαδικασία. Κάλεσε έναν μυστικό πράκτορα και του ανέθεσε να ερευνήσει τα στοιχεία. Λίγο αργότερα, ο πράκτορας του έφερε τα κομματάκια μιας επιστολής που μάζεψε από το καλάθι των αχρήστων του αποσπασμένου στο Γενικό Επιτελείο ταγματάρχη πεζικού, κόμη Βασλέν Εστερχάζι. Τα κομματάκια ενώθηκαν. Αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο για επιστολή του Γερμανού στρατιωτικού ακόλουθου Σβαρτσκόπεν προς τον Εστερχάζι. Και εκτιμήθηκε ότι το περιεχόμενό της ήταν αρκετά ύποπτο.
Ο πράκτορας υπέκλεψε κάποιο σημείωμα του Εστερχάζι κι ο Πικάρ παρέβαλε τον γραφικό χαρακτήρα του με τον χαρακτήρα των ενοχοποιητικών εγγράφων του φακέλου Ντρέιφους. Ήταν πανομοιότυπος. Κι αποδείκνυε ότι ο Εστερχάζι ήταν αυτός που είχε πουλήσει τα στρατιωτικά μυστικά στους Γερμανούς.
Ο Πικάρ κίνησε την διαδικασία. Οι αποκαλύψεις του όμως, δυσαρέστησαν τη στρατιωτική ηγεσία, που επιθυμούσε τη συγκάλυψη της υπόθεσης. Η Κυβέρνηση θορυβείται. Οι μοναρχικοί το έμαθαν πρώτοι και αντεπετέθησαν. Τον Σεπτέμβριο του 1896, μια πρόσθετη συνωμοσία εναντίον του Ντρέιφους στήθηκε: Ένα δήθεν γράμμα προς αυτόν, στο Νησί του Διαβόλου, που τάχα παράπεσε στο υπουργείο Αποικιών και που, πέρα από την αθώα επιφάνεια, έκρυβε προδοτικές πράξεις γραμμένες με συμπαθητική μελάνη, ώστε να μη διαβάζονται αμέσως. Και μια εφημερίδα δημοσίευσε επιστολή εναντίον του Ντρέιφους, δήθεν γραμμένη από τον Πικάρ, που «συμπτωματικά» έπαιρνε μετάθεση για την Τυνησία.

Τα πορίσματα της ανάκρισής του όμως, ο Πικάρ τα εξέθεσε σ’ έναν δικηγόρο που με τη σειρά του ενημέρωσε τον Σερέρ, αντιπρόεδρο της Γερουσίας. Κανένας δεν κινήθηκε αλλά, με όλα αυτά, το ζήτημα έφτασε σε κάποιον Ντε Κάστρο που βρήκε τον αδελφό του Ντρέιφους, Ματθαίο, και του εκμυστηρεύτηκε, όσα ο Πικάρ είχε βρει. Αυτός πήγε στον Σερέρ και του παραπονέθηκε ότι δεν κάνει τίποτα. Αναγκαστικά και μπροστά στον κίνδυνο να κατηγορηθεί για συγκάλυψη, ο αντιπρόεδρος της Γερουσίας ενημέρωσε τον υπουργό Στρατιωτικών.

Ήταν Νοέμβριος του 1897 και ήταν η στιγμή που ο Ματθαίος Ντρέιφους υπέβαλε μήνυση για πλαστογραφία εναντίον του Εστερχάζι, για λογαριασμό του εξόριστου αδελφού του. Το πράγμα ξαναβγήκε στην επιφάνεια και η υπόθεση ανατέθηκε σε έναν φανατικό αντισημίτη μοναρχικό που απεφάνθη ότι ο Πικάρ ήταν πράκτορας σκοτεινών δυνάμεων και ότι δεν υπήρχε λόγος αναψηλάφησης της δίκης Ντρέιφους. Ο αντισημιτικός Τύπος αντεπιτίθεται και το ζήτημα Ντρέιφους μετατρέπεται σε Υπόθεση Ντρέιφους, καθώς η κοινή γνώμη ξεσηκώνεται εναντίον των λίγων που τόλμησαν να αμφισβητήσουν την ετυμηγορία του Στρατοδικείου. Υποστηριζόμενος από φίλους, μέσα από τη διοίκηση του στρατού, ο Esterhazy απαιτεί να δικαστεί από στρατοδικείο για να αποδείξει την αθωότητά του. Ακολούθησε δίκη-παρωδία που, με στημένους μάρτυρες κατέληξε σε πανηγυρική αθώωση του κατηγορούμενου τον Ιανουάριο του 1898. Οι αποδείξεις κατά του Esterhazy ήταν λίγο καλύτερες από αυτές που είχαν καταδικάσει τον Ντρέιφους, αλλά η αθώωσή του γκρέμισε τις ελπίδες των οπαδών του Ντρέιφους, που περίμεναν η καταδίκη του Esterhazy να αποδείξει την αθωότητα του Ντρέιφους.
Στη συνέχεια, ξεκίνησε μια τεράστια επιχείρηση κουκουλώματος, καθώς κάθε αναφορά στο όλο θέμα ενείχε κινδύνους για τους εμπνευστές της συνωμοσίας.

Η Γαλλία έχει χωριστεί πλέον σε δύο παρατάξεις. Οι αντισημίτες, με την κάλυψη της Καθολικής Εκκλησίας, μάχονται απεγνωσμένα να μη γίνει αναθεώρηση και αναψηλάφηση της δίκης. Ματαιώνουν την επανεξέταση της υπόθεσης από ανεξάρτητη αρχή. Οι διαδηλώσεις και οι διαμαρτυρίες συνεχίζονται, ενώ η πολεμική στις εφημερίδες φτάνει σε εξαιρετική οξύτητα. Οι κυβερνητικές εφημερίδες μάχονται με πρωτοσέλιδα. Δημοσιεύουν κάθε μέρα και νέα στοιχεία για την πλεκτάνη που στήθηκε σε βάρος του Ντρέιφους. Αυτό δημιουργεί τις πρώτες αμφιβολίες στην κοινή γνώμη. Η φοβερή δύναμη της Εκκλησίας αρχίζει να κάμπτεται. Δεδομένου ότι ο Ντρέιφους ήταν ο μόνος αξιωματικός εβραϊκής καταγωγής στο Γενικό Επιτελείο, οι σοσιαλιστικές και οι ριζοσπαστικές πολιτικές δυνάμεις άρχισαν σφοδρότατη πολεμική κατά των εθνικιστικών και συντηρητικών κομμάτων, κατηγορώντας τα για φατριασμό και απροκάλυπτο αντισημιτισμό. Δημιουργείται ένα πραγματικό κίνημα με αίτημα την αναθεώρηση της δίκης. Στο κίνημα αυτό ενεργοποιούνται καλλιτέχνες, διανοούμενοι, προοδευτικά στοιχεία και πολιτικοί. Αλλά και μεγάλο πια μέρος της κοινής γνώμης.


«Κατηγορώ!» (J’accuse!)


Ο παγκόσμια γνωστός μυθιστοριογράφος Emile Zola βρήκε τον τρόπο να ανοίξει και πάλι η υπόθεση.

«Κατηγορώ!» (J’accuse!), έλεγε ο τεράστιος πρωτοσέλιδος τίτλος της εφημερίδας του Κλεμανσό, «Ορόρ» (Αυγή). Κι από κάτω, δημοσιευόταν μια επιστολή καταπέλτης, της οποίας κάθε παράγραφος ξεκινούσε με το ρήμα «Κατηγορώ». Ήταν με μορφή ανοικτής επιστολής προς τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, που προκάλεσε βαθύτατη και αποφασιστική εντύπωση. Στο άρθρο αυτό καταγγέλλει τις παρανομίες που διαπράχθηκαν σε βάρος του Ντρέιφους.

Κατηγορούσε την στρατιωτική δικαιοσύνη ότι αθώωσε «με άνωθεν εντολή» τον ταγματάρχη πεζικού, κόμητα Βασλέν Εστερχάζι, που δικαζόταν με την κατηγορία της πλαστογραφίας εγγράφου. Κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι συγκάλυψε τις ανομίες του γενικού επιτελείου στρατού κι ότι υποδαύλισε τον αντισημιτικό φανατισμό. Κατηγορούσε συνωμότες, εθνικιστές, μοναρχικούς ότι έστειλαν κατάδικο στο νησί του Διαβόλου έναν αθώο, αφήνοντας ατιμώρητους τους πραγματικούς ενόχους. Ήταν μια εκρηκτική παρέμβαση στην πολύκροτη «υπόθεση Ντρέιφους» από έναν συγγραφέα, άσχετο με το όλο ζήτημα, που όμως ζητούσε απόδοση Δικαιοσύνης. Ο Zola είχε την ελπίδα ότι θα έφερνε τα γεγονότα της υπόθεσης Ντρέιφους μπροστά σε πολιτικό δικαστήριο, όπου θα ήταν πολύ πιο δύσκολο για τον στρατό να συγκαλύψει αυτό που είχε συμβεί. Η προσπάθειά του είχε μερική επιτυχία, αλλά η απήχηση του άρθρου ήταν παγκόσμια.

Ήταν 13 Ιανουαρίου του 1898, στη Γαλλία, και ήταν η στιγμή που για πρώτη φορά στην ιστορία οι διανοούμενοι μιας χώρας έπαιρναν στα χέρια τους την κατάσταση και με δυναμική παρέμβαση απαιτούσαν δικαιοσύνη και σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων ενός πολίτη, έστω και αν αυτό σήμαινε ανατροπή παραδεγμένων αξιών.

Προοδευτικοί πνευματικοί κύκλοι σε όλον τον κόσμο ξεσηκώνονται. Το ενδιαφέρον του κοινού για την υπόθεση αυξήθηκε και η βία στους δρόμους ανάγκασαν τις αρχές να αναλάβουν περαιτέρω δράση.
Ο υπουργός Πολέμου, Godefroy Cavaignac, με σκοπό να σταματήσει την κριτική, δημοσιοποιεί πολλές από τις αποδείξεις κατά του Ντρέιφους. Αλλά οι οπαδοί του Ντρέιφους, με αρχηγό τον σοσιαλιστή ηγέτη Jean Jaurès, καταγγέλλουν ότι η πλαστογραφία ήταν φανερή.

Η γαλλική δικαιοσύνη κινήθηκε γρήγορα, ο Ζολά μηνύθηκε για την ανοικτή επιστολή του και βρέθηκε κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος άλλωστε είχε επιδιώξει. Η δίκη έγινε αμέσως και εξελίχθηκε σε ένα ανελέητο σφυροκόπημα εναντίον της στρατοκρατίας, του εθνικισμού και του αντιεβραϊσμού, καθώς ως μάρτυρες κλήθηκαν και κατέθεσαν πλήθος διανοουμένων, ανάμεσα στους οποίους ο μετέπειτα «Τίγρης» της γαλλικής πολιτικής, Κλεμανσό, ο μεγάλος σοσιαλιστής πολιτικός Ζαν Ζορές και ο φημισμένος συγγραφέας Ανατόλ Φρανς που 23 χρόνια αργότερα επρόκειτο να τιμηθεί με το Νόμπελ.

Μέσα από το γαλλικό δικαστήριο αναπαραστάθηκε η μεγάλη συνωμοσία κι έγινε το θέμα που σχεδόν αποκλειστικά απασχολούσε την κοινή γνώμη, τις εφημερίδες και την Βουλή. Στις 23 Φεβρουαρίου, μόλις είκοσι μέρες μετά τη δημοσίευση του «Κατηγορώ», ο Ζολά καταδικάστηκε σε ενός χρόνου φυλάκιση, επειδή «δεν απεδείχθη η άνωθεν εντολή στην αθώωση του Εστερχάζι». Στην πραγματικότητα όμως, οι διανοούμενοι είχαν νικήσει, αν και ακόμα υπήρχε μπροστά τους πολύς δρόμος να διανυθεί. Η υπόθεση Ντρέιφους επανεξετάστηκε και το θύμα της δικαστικής πλεκτάνης αποκαταστάθηκε. Ο Ζολά δεν ζούσε τότε να το δει. Έμεινε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που πρώτος κινητοποίησε τους διανοούμενους στην υπεράσπιση μιας δίκαιης υπόθεσης.

Στις 31 Αυγούστου του 1898, κατόπιν καταγγελίας του Picquart (πρώην αρχηγός της Αντικατασκοπείας που είχε πιστεί για την αθωότητα του Ντρέιφους και είχε μετατεθεί στην Τυνισία), ένας υπάλληλος της Αντικατασκοπείας, ο συνταγματάρχης Joseph Henry, μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του Ντρέιφους, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι ο ίδιος είχε πλαστογραφήσει το έγγραφο-καταπέλτη που στάλθηκε στη Βουλή και με το οποίο ενοχοποιείτο ο Ντρέιφους, που στην πραγματικότητα ήταν αθώος. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Στη φυλακή και ενώ περιμένει τη δίκη του, αυτοκτονεί. Αυτό ήταν και το αποφασιστικό σημείο της υπόθεσης. Η αυτοκτονία του προκαλεί σειρά παραιτήσεων στις ανώτερες θέσεις της ιεραρχίας του στρατού, που παρασύρουν και τον ίδιο τον Υπουργό Πολέμου. Τάγματα εφόδου αναστάτωναν το Παρίσι, ο δικηγόρος του Ντρέιφους γλίτωσε από απόπειρα δολοφονίας. Η Κυβέρνηση, παρά τη φοβερή αντίδραση του Επιτελείου Στρατού που καλύπτει τους αντιδραστικούς κύκλους και τη μεσαιωνική πρακτική της Εκκλησίας, αποφασίζει την αναθεώρηση της δίκης στο Ανώτατο Εφετείο.

Το Εφετείο του Σηκουάνα, στις 3 Ιουνίου του 1899, ακυρώνει την παραπεμπτική απόφαση του 1894 και παραπέμπει τον Ντρέιφους σε νέα δίκη. Ο Ντρέιφους επαναφέρεται στη Γαλλία για να αντιμετωπίσει μια καινούργια δίκη στο στρατοδικείο στη Rennes, το Σεπτέμβριο του 1899. Παρόλα αυτά, η αναθεώρηση της δίκης του Ντρέιφους, δεν κατέληξε σε αθώωση του κατηγορούμενου, αλλά μόνο σε μείωση της ποινής του. Αυτή είναι μια συμβιβαστική δίκη. Το δικαστήριο, με ψήφους 5 έναντι 2, βγάζει την ετυμηγορία ότι είναι ένοχος με ελαφρυντικά και τον καταδικάζει σε δεκαετή φυλάκιση και δέκα μέρες αργότερα, ο πρωθυπουργός Pierre Waldeck Rousseau και ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Emile Loubet του απονέμουν... χάρη.

Ο Ντρέιφους αποφυλακίζεται, αλλά αρνείται να δεχθεί την απονομή χάριτος και το 1902 ζητάει την αναθεώρηση της «ελαφριάς» απόφασης του 1899. Η χάρη που του δόθηκε δεν κατασίγασε τα πολιτικά πάθη, τα οποία, ενισχύοντας τη βαθύτατη αγανάκτηση της κοινής γνώμης, φέρνουν το 1902 την εκλογική νίκη των ριζοσπαστικών-σοσιαλιστών καθορίζοντας έτσι την οριστική στροφή του εκλογικού σώματος, που στην πλειονότητά του ήταν έως τότε παραδοσιακά συντηρητικό. Οι πολιτικοί της Αριστεράς, όταν αναλαμβάνουν την εξουσία διατάζουν έρευνα της υπόθεσης σε βάθος. Οι συντηρητικοί κύκλοι της Εκκλησίας εξαπολύουν μαχητικές επιθέσεις μέσω του Τύπου, ο οποίος σχεδόν στο σύνολό του κατευθύνεται από αυτούς, και ξεσηκώνουν τον όχλο. Ταραχές και διαδηλώσεις σε όλη τη Γαλλία. Τα συνθήματα που κυριαρχούν είναι «Όχι αναθεώρηση», «Όχι στους προδότες». Οι πρωταίτιοι και οι διοργανωτές αυτής της θλιβερής συνωμοσίας αποκαλύπτονται, συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Το τοπίο ξεκαθαρίζει. Τώρα είναι αρκετές οι εφημερίδες που τάσσονται υπέρ της αναθεώρησης.

Το Ακυρωτικό Δικαστήριο, μετά από ευρεία συζήτηση της υπόθεσης, στις 12 Ιουλίου 1906, αναιρεί παμψηφεί την καταδικαστική «χλιαρή» απόφαση, εφόσον αποδείχθηκε ότι την προδοσία είχε διαπράξει ο συνταγματάρχης Henry, που αυτοκτόνησε και ο άλλοτε κατηγορηθείς ταγματάρχης Esterhazy. Έτσι έληξε η υπόθεση, που συγκλόνισε τη Γαλλία για 12 χρόνια, συνέτεινε στον εσωτερικό διχασμό και υπήρξε αφορμή δημιουργίας αντισημιτικού πνεύματος στη Γαλλία.

Ο Ντρέιφους επιστρέφει στο στράτευμα, αποκτά και πάλι λευκό ποινικό μητρώο, προβιβάζεται και του απονέμεται το μεγάλο παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, αλλά σύντομα συνταξιοδοτείται. Επιστρέφει στην ενεργό υπηρεσία στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και μετά περνά την υπόλοιπη ζωή του στην αφάνεια. Ο θάνατός του στο Παρίσι, στις 11 Ιουλίου του 1935, σε ηλικία 76 ετών, περνά σχεδόν απαρατήρητος. Ο Συνταγματάρχης Picquart γίνεται ο ήρωας της αλήθειας. Προάγεται σε Στρατηγό και κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου γίνεται από τον Πρωθυπουργό George Clemenseau Υπουργός Πολέμου.
Ο Ταγματάρχης Walsin-Esterhazy καταδικάζεται. Έχει ήδη διαφύγει στην Αγγλία. Ο Συνταγματάρχης Joseph Henry αυτοκτονεί στη φυλακή. Ο Emile Zola κάνει το «Κατηγορώ» παγκόσμια εκδοτική επιτυχία. Πέθανε στις 28 Σεπτεμβρίου του 1902, σε ηλικία 62 χρόνων. Στη δεκαετία του ’30 γυρίζεται η υπόθεση Ντρέιφους ταινία. Οι επανεκδόσεις του «Κατηγορώ» διαδέχονται η μία την άλλη και η κυκλοφορία του εκτοξεύεται στα ύψη.


Οι πολιτικές συνέπειες της υπόθεσης

Ο Ντρέιφους δεν κατάλαβε και πολλά για τη μάχη που μαινόταν γύρω από το όνομά του. Το ζήτημα της αθωότητάς του έγινε δευτερεύον θέμα. Το πρωτεύον θέμα ήταν τα ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα απέναντι στις απαιτήσεις της πολιτικής του κράτους.

Τα πολιτικά θέματα έπαιξαν επίσης ρόλο στην υπόθεση: Για πολλούς συντηρητικούς ο στρατός και η Εκκλησία ήταν τα τελευταία προπύργια της κοινωνικής σταθερότητας. Με τη νίκη των οπαδών του Ντρέιφους και τα δύο υπονομεύτηκαν. Πολλοί από την Αριστερά καλωσόρισαν την ευκαιρία να χτυπήσουν τις δυνάμεις της Μοναρχίας και του Κλήρου, που τις θεωρούσαν εχθρό της Δημοκρατίας.

Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο, ήταν το θέμα του αντισημιτισμού. Η υπόθεση Ντρέιφους έδειξε την πρώτη έκχυση του σύγχρονου πολιτικού αντισημιτισμού, που αποδείχθηκε προάγγελος του Ναζιστικού τρόμου.

Η άμεση πολιτική συνέπεια της υπόθεσης Ντρέιφους ήταν να έρθουν στην εξουσία οι Ριζοσπαστικές δυνάμεις, που πήραν πολλά μέτρα κατά του Κλήρου.

Έτσι, το 1901, η Γαλλική Κυβέρνηση:
- Απαγορεύει τη λειτουργία και την κοινωνική δραστηριότητα των περίφημων Εκκλησιαστικών Ταγμάτων, δίχως προηγούμενη κρατική έγκριση.
- Απαγορεύεται να διδάσκουν μοναχοί σε δημόσια ή ιδιωτικά σχολεία.
- Παύει η μισθοδοσία των κληρικών από το Κράτος (1905)
- Τέλος, το 1905, κατοχυρώνεται συνταγματικά ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας. Μάλλον... Εκκλησίας-Κράτους.

Τα πάθη, που εκδηλώθηκαν με την υπόθεση Ντρέιφους, σκεπάστηκαν στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά εμφανίστηκαν και πάλι με την ήττα του 1940 και κάτω από το καθεστώς του Vichy.

Φάρος του Πνεύματος