Δημήτρης Τσαφέντας - Ο Κρητικός που δολοφόνησε τον αρχιτέκτονα του απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής


Νοτιοαφρικάνος ναυτικός και δημόσιος υπάλληλος, ελληνομοζαμβικιανής καταγωγής (Κρητικός, γιος οπλαρχηγού της Επανάστασης), που έμεινε στην ιστορία, επειδή δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της Νότιας Αφρικής, Χέντρικ Φέρβουρντ, τον επονομαζόμενο «αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ».

Ο Δημήτρης Τσαφέντας (Dimitri Tsafendas) για τους φίλους Μίμης Τσαφέντας, γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1919 στο Λορέντζο Μαρκές (σημερινό Μαπούτο) της Μοζαμβίκης, τότε αποικία της Πορτογαλίας. Ήταν ο καρπός μιας τυχαίας συνεύρεσης του χανιώτη ναυτικού Μιχάλη Τσαφέντα ή Τσαφεντάκη και της μοζαμβικανής μιγάδος Αμέλια Γουίλιαμς. Ο πατέρας δεν παντρεύτηκε την υπηρέτρια-μάνα του, αλλά αναγνώρισε τον γιο και τον έστειλε στη γιαγιά, στην Αλεξάνδρεια, όπου έζησε τα καλύτερά του χρόνια, ωσότου η γιαγιά, που του μάθαινε κρητικά τραγούδια, δεν μπορούσε να τον φροντίζει και τον έστειλε πίσω. Εν τω μεταξύ η μάνα του είχε χαθεί, ο πατέρας είχε παντρευτεί Ελληνίδα, κι είχε έναν γιο και μία κόρη. Οι δυσκολίες άρχισαν νωρίς για τον μικρό Μίμη και πολλαπλασιάστηκαν όταν οι γονείς του μετακόμισαν στην Νότια Αφρική, όπου κάθε μιγάς ήταν ανεπιθύμητος από άσπρους και μαύρους.Σπούδασε σε καθολικό σχολείο, όπου ήρθε αντιμέτωπος με τα ρατσιστικά σχόλια των συμμαθητών του, εξαιτίας του σκουρόχρωμου χρώματος του δέρματός του.


Την ίδια αντιμετώπιση είχε και στη Νότιο Αφρική, αν και οι αρχές τον κατέταξαν στη λευκή κατηγορία του πληθυσμού, βάσει των φυλετικών διακρίσεων που ίσχυαν τότε στη χώρα. Στα μέσα της δεκαετίας του '30 ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Νοτίου Αφρικής. Την ίδια εποχή μπάρκαρε στα καράβια και γύρισε όλο τον κόσμο. Μάλιστα, τη διετία 1947-1949 έζησε στην Ελλάδα. Ήταν ιδιαίτερα έξυπνος και κατόρθωσε να μάθει οκτώ γλώσσες. Τότε διαγνώστηκαν τα πρώτα συμπτώματα σχιζοφρένειας και ήταν αναγκασμένος να μπαινοβγαίνει σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές για νοσηλεία.


Το 1966 επέστρεψε στη Νότιο Αφρική και αφού έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές, την 1η Αυγούστου προσελήφθη ως κλητήρας στο κοινοβούλιο της χώρας, που έδρευε στο Κέιπ Τάουν. Εκεί παίρνει την μεγάλη απόφαση, θέλει να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Να δώσει ένα ουσιαστικό χτύπημα σε ένα καθεστώς που χωρίζει τους ανθρώπους. Να τιμωρήσει, σα νέμεσις, τον αρχιτέκτονα του απαρτχάιντ. Να τον δολοφονήσει. Τριγυρνά στα ελληνικά πλοία, ψάχνει στην αρχή για ένα περίστροφο, λέγεται ότι του πουλούν, στο φορτηγό «Ελένη», ένα ψεύτικο, ένα πασχαλιάτικο πιστόλι.

Απογοητεύεται, αλλάζει ρότα, αγοράζει μαχαίρι και το αφήνει για μέρες μέσα σε δηλητήριο! Ένα μήνα αργότερα απασχόλησε τα πρωτοσέλιδα όλου του κόσμου, όταν δολοφόνησε τον πρωθυπουργό της Νοτίου Αφρικής μέσα στο κοινοβούλιο. Το μεσημέρι της 6ης Σεπτεμβρίου, ο 65χρονος Χέντρικ Φέρβουρντ εισήλθε στην αίθουσα συνεδριάσεων του κοινοβουλίου. Από το βήμα της βουλής, εξηγεί για ακόμη μια φορά της αρχές, την ουσία των φυλετικών διακρίσεων. Κάνει πράξη την σκέψη. Διαλύει τους ανθρώπους. Ο Τσαφέντας, με σταθερό βήμα ανεβαίνει με ένα ποτήρι φρέσκο νερό, είναι για την περίπτωση που ο λαιμός του πρωθυπουργού σταθεί.
Βγάζει από την κάλτσα του ποδιού του το 20 εκατοστών μαχαίρι, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη, του ορμά και καταφέρνει 4 μαχαιριές, μια εκ των οποίων στη καρδιά.

Το πρώτο χτύπημα, η πρώτη κίνηση στον αγώνα κατά του ρατσισμού, η ωδή της λογικής. Ένας φόνος. Μέσα στο κοινοβούλιο, μέσα στο σπίτι της δημοκρατίας, μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου. Ακολούθησε μια τραγική πορεία. Ο Μίμης φυλακίστηκε, απομονώθηκε και βασανίστηκε πολύ άγρια.


Συνελήφθη αμέσως από προστρέξαντες βουλευτές και παραδόθηκε στην αστυνομία. Στους αστυνομικούς που τον ανέκριναν είπε ότι σκότωσε τον Φέρβουρντ, επειδή «ήταν αηδιασμένος με τις ρατσιστικές πολιτικές του». Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ο Τσαφέντας ήταν εξοργισμένος με τις αρχές, επειδή λίγες ημέρες πριν από το φονικό είχαν απορρίψει αίτηση μετάταξής του στην κατηγορία των «εγχρώμων», προκειμένου να συζήσει με τη φίλη του, που ανήκε στην ίδια φυλετική κατηγορία. Στη δίκη που ακολούθησε, η πράξη του κρίθηκε από το δικαστήριο μη καταλογιστή λόγω της σχιζοφρένειας από την οποία έπασχε, και του επιβλήθηκε ο περιορισμός αόριστης διάρκειας σε ψυχιατρείο. Δικηγόρος του ήταν, ο διάσημος Γιώργος Μπίζος, που ήταν και ο νομικός σύμβουλος του Μαντέλα


Οι αρχές εκμεταλλευόμενες ένα «παράθυρο» του νόμου, πέτυχαν τον εγκλεισμό του σε φυλακή μελλοθανάτων κι έτσι για τα επόμενα χρόνια βρισκόταν καθημερινά με τη δαμόκλειο σπάθη της εκτέλεσης. Εκεί, παρέα με θανατοποινίτες, οι συγκρατούμενοι του εντυπωσιάζονται από την προσωπικότητα του αλλά και αυτοί, ο καθένας για δικούς του λόγους, δεν του αναγνωρίζουν την πρωτοπορία. Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος των φυλετικών διακρίσεων το 1994, ο Τσαφέντας μετήχθη σε ψυχιατρική κλινική του Γιοχάνεσμπουργκ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 7 Οκτωβρίου του 1999, σε ηλικία 81 ετών,από πνευμονία. Κηδεύτηκε με το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ενταφιάστηκε σε άγνωστη τοποθεσία.


Η ιστορία του είναι λίγο-πολύ γνωστή, Ο Τσαφέντας κάθε φορά αγγίζει τους πιο σκοτεινούς μας φόβους. Τρελός ή απελευθερώτης;


Φαίνεται πως έφτασε η στιγμή της αποκατάστασης! Το χρέος για την αποκάλυψη της αλήθειας ανέλαβε ένας Έλληνας, ο Χάρης Ντουσεμετζής, είναι ο μεταπτυχιακός φοιτητής στο πανεπιστήμιο Durham, που παθιάστηκε με την ιστορία!


Αποφάσισε να περπατήσει στα βήματα του Μίμη Τσαφέντα και βρέθηκε να γυρνά όλο τον κόσμο. Βρήκε αρχεία σε Μοζαμβίκη, Νότια Αφρική, Καναδά, Αμερική και Γερμανία. Διάβασε περισσότερες από 2.000 αναφορές και συναντήθηκε με 200 ανθρώπους, που γνώρισαν τον Τσαφέντα! Μάζεψε και μελέτησε όλο το υλικό και κατέληξε σε εκείνο που λέμε, όμως μέχρι σήμερα αρκετοί αμφισβητούσαν, ο Τσαφέντας δεν ήταν τρελός, είναι ένας απελευθερωτής!


Ο Τσαφέντας δεν ήταν ένας παράφρων δολοφόνος, είναι ο εμπνευσμένος αγωνιστής της ελευθερίας! Ακόμη και ο πρώην υπουργός της Νοτίου Αφρικής, ο Ronnie Kasrilis, χαρακτήρισε την έρευνα του Χάρη Ντουσεμετζή «συγκλονιστική»!


Δύο θεατρικά έργα έχουν ως πηγή έμπνευσης την προσωπικότητα και τον βίο του Δημήτρη Τσαφέντα:
«Tsafendas» του νοτιοαφρικανού Άντον Κρίγκερ (2002)
«I.D.» του άγγλου Άντονι Σερ (2003)


Φάρος του Πνεύματος