30/10/19

Μίμης Φωτόπουλος


Ο Μίμης Φωτόπουλος είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς της χρυσής φουρνιάς του ελληνικού κινηματογράφου και έχει καταγραφεί ως ο «σοφός μάγκας του ελληνικού σινεμά», χάρη στην μεγάλη του μόρφωση, την καλλιτεχνική του παιδεία και τις αξέχαστες ερμηνείες με το αμίμητο στυλ του, σε ρόλους λαϊκού μάγκα. Υπήρξε ένας διαχρονικός μάγκας, ποιητής και δημιουργός, που με την προσωπική στάση ζωής και με όχημα την τέχνη του υπηρέτησε το όνειρο ενός δικαιότερου κόσμου. Ενας γνήσια λαϊκός και πολύπλευρος καλλιτέχνης, αμετακίνητος στη σοσιαλιστική ιδεολογία του, ο Μίμης Φωτόπουλος υπηρέτησε επί πενήντα χρόνια το θέατρο, βιώνοντας την άμεση και ουσιαστική επικοινωνία του με τις καρδιές των θεατών, εισπράττοντας ταυτόχρονα την αγάπη τους, είτε παίζοντας τον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, είτε στους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, είτε παίζοντας στα «Παντρολογήματα» του Γκόγκολ, είτε στον «Εχθρό του λαού» του Ιψεν, κρατώντας πάντα τη σοφία ενός γνήσιου μάγκα. Δίκαια θεωρείται ως ένας λόγιος, αλλά, ταυτόχρονα, βαθιά λαϊκός ηθοποιός, με υποκριτικό σήμα αναγνωρίσιμο από το πλατύ κοινό.



"Γεννήθηκα των Βαΐων. Σημαδιακή μέρα. Ως τα τριάντα τρία μου χρόνια η ζωή μου δεν ήταν σπαρμένη με βάγια, αλλά με αγκάθια. Και σε μια στιγμή, στο απόγειο της κινηματογραφικής μου καριέρας, μπήκα σαν Μεσσίας στη Λάρισα.
Βέβαια, δεν μπήκα "επί πώλου όνου", αλλά οι θαυμαστές μου σήκωσαν στα χέρια ένα μικρό "Oστενάκι" που είχα. Αυτό ήταν το πρώτο γλυκό ποτήρι που ήπια ύστερα από τόσα και τόσα πικρά. Αν υπάρχουν μοιραίες μικρές αγγελίες, τότε η μικρή αγγελία που διάβασα ήταν η μοιραία της ζωής μου. Έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε κι ακόμα δεν μπορώ να εξηγήσω πώς μου 'ρθε, έτσι στα καλά καθούμενα, να δώσω εξετάσεις στη Δραματική. Ως εκείνη τη στιγμή δεν είχα πατήσει σε θέατρο παρά μονάχα δυο φορές. Τη μια είχα δει τον Βασίλη Αργυρόπουλο και την άλλη τα Καλουτάκια. Εκείνο που λάτρεψα ήταν ο κινηματογράφος. Πιστεύω ότι εκείνο που με θάμπωσε ήταν οι δύο τίτλοι: φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και σπουδαστής της Δραματικής Σχολής του Βασιλικού Θεάτρου. Μεγάλη υπόθεση." 



Ο μεγάλος ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου Μίμης (Δημήτρης) Φωτόπουλος γεννήθηκε στις 20 Απριλίου του 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, καθώς έμεινε νωρίς ορφανός από πατέρα. Ξεκίνησε να σπουδάζει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά την παράτησε στο δεύτερο έτος. Η καλλιτεχνική του φύση τον οδήγησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (τότε Βασιλικού Θεάτρου).

Πρεμιέρα στη θεατρική του καριέρα έκανε στο 1932, σε ηλικία 19 ετών, στην παράσταση «Λοκαντιέρα», με το θίασο Κουνελάκη. Δύο χρόνια αργότερα αναχώρησε για την πρώτη του περιοδεία, με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ. Λίγο πριν από τον πόλεμο του '40 έκανε ένα σύντομο πέρασμα απ' το χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες.


"Εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια ανοίξανε -έτσι σαν στόμα του Άδη- οι αγκαθωτές πόρτες του στρατοπέδου. Είχαμε φτάσει στην Ελ Ντάμπα. Τέλος του ταξιδιού μας, συνέχεια του μαρτυρίου μας.Μπήκαμε στη σειρά δυο χιλιάδες φοβερά ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Έξι χιλιάδες όμηροι που βρισκόντουσαν στα κλουβιά, κατά μήκος ενός μεγάλου δρόμου, πλησιάσανε όλοι στα σύρματα, γαντζωθήκανε ο ένας πάνω στον άλλο -πουλιά φυλακισμένα- κι άρχισαν να φωνάζουν, να ρωτάνε απεγνωσμένα:-Κώστα, Κώστα, μήπως είδες τη γυναίκα μου; ο ένας.-Είναι κανείς σας από το Παγκράτι; ο άλλος.-Ρε Γιώργη, τα παιδιά μου τι κάνουνε; ο τρίτος.-Απ’ το Κατσιπόδι ποιος είναι; ο τέταρτος.-Πατέρα, πατέρα… εδώ είμαι…, ο πέμπτος.-Η μάνα μου ζει, Πέτρο;Ο έκτος…ο έβδομος… ο όγδοος… Έξι χιλιάδες στόματα μόνο ρωτούσανε για μάνες, για παιδιά, για αδέλφια – σπίτια διαλυμένα."

Στη διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, στις τάξεις του ΕΑΜ. Συμμετείχε στα Δεκεμβριανά, συνελήφθη από τις βρετανικές μονάδες και εκτοπίστηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, από όπου επέστρεψε τον Μάρτη του 1945.

Το στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα που βρισκόταν 150 χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια, ήταν τόπος εξορίας των Ελλήνων αριστερών κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών. Στο βρετανικό στρατόπεδο της Αιγύπτου στάλθηκαν πάνω από 5.000 Έλληνες αριστεροί και όχι μόνο.


"Εμείς που ήρθαμε τελευταίοι είχαμε περάσει πάνω από δυόμισι μήνες στην έρημο. Είχαμε δοκιμάσει πολλούς εξευτελισμούς, πολλούς πόνους, πολλά βάσανα. Και στα σύρματα είχαμε αφήσει ένα ματωμένο κομμάτι της ζωής μας"

Το 1948 παίζει στην επιθεώρηση «Άνθρωποι – Άνθρωποι» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου, και γίνεται διάσημος ηθοποιός, ενώ η περίφημη ατάκα του «Κι ύστερα θα κάααααθεεεσαι» γίνεται διάσημη και τον ακολουθεί σε όλη του την καριέρα.




Κατά τη διάρκεια της λαμπρής καριέρας του, ο Μίμης Φωτόπουλος συνεργάστηκε με πολλούς θιάσους και γνωστούς συναδέλφους του. Σημαντικότερες συμμετοχές του ήταν στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ με τον πρωτοεμφανιζόμενο θίασο του Κάρολου Κουν, στις «Αγριόπαπιες» του Ίψεν στο Θέατρο Τέχνης, στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύκτας» του Σαίξπηρ στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου. Το 1952 δημιούργησε τον δικό του θίασο, με τον οποίο περιόδευσε στην Κύπρο, στην Τουρκία, στην Αίγυπτο, στη Γερμανία, ακόμα και στην Αμερική.

Από το 1960 ασχολήθηκε με επιτυχία και με τη σκηνοθεσία. Για τελευταία φορά εμφανίστηκε στο θέατρο το 1984, μαζί με τον Λάκη Λαζόπουλο, στην επιθεώρηση «Μια στο Καστρί και μια στο πέταλο». Ξεχώρισε για το εντελώς προσωπικό λαϊκό ύφος και τους έξυπνους και πάντα εύστοχους αυτοσχεδιασμούς του.


Η ερμηνεία του στην ταινία «Το Σωφεράκι» στον ρόλο του αγνού μάγκα ταξιτζή εργένη, θα αφήσει εποχή και θα τον καθιερώσει ως τον πιο ταλαντούχο... μάγκα των Ελλήνων ηθοποιών. Στην ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1957) δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας μαζί με τον παρτενέρ του, Βασίλη Αυλωνίτη, και παραμένουν διαχρονικά οι δύο λατρεμένοι λατερνατζήδες του ελληνικού κοινού. Η ερμηνεία του, ως αυστηρός πατέρας με λαϊκό και μάγκικο προφίλ, στην τελευταία του ταινία με τη Φίνος Φιλμ, «Ο Θόδωρος και το Δίκαννο» (1962), άφησε εποχή και η πασίγνωστη ατάκα του «το δίιιικανο» που έλεγε με τον δικό του μοναδικό τρόπο στην ταινία ο μεγάλος αυτός κωμικός, έμεινε στην ιστορία.


Όπως όλοι οι μεγάλοι ηθοποιοί της γενιάς του, ο Μίμης Φωτόπουλος έκανε λαμπρή καριέρα και στον ελληνικό κινηματογράφο. Πρώτη του ταινία ήταν η «Μαντάμ Σουσού» το 1948. Συνολικά έλαβε μέρος σε 101 ταινίες, σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο: «Προπαντός ψυχραιμία» (1951) και «Μια νταντά και τέζα όλοι» (1971). Μεγάλος επιτυχίες θεωρούνται οι ταινίες «Ο γρουσούζης» (1952), «Το Σωφεράκι» (1953), «Η Ωραία των Αθηνών» (1954), «Κάλπικη λίρα» (1955), «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» (1955), «Ο Πατούχας» (1972) κ.ά. Εκτός από τη μεγάλη οθόνη, εμφανίστηκε και στη μικρή, στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης», που προβλήθηκε από την ΕΡΤ2 το 1984.


Εκτός από σπουδαίος ηθοποιός, ο Μίμης Φωτόπουλος ήταν και λογοτέχνης. Έγραψε τέσσερις ποιητικές συλλογές [ «Μπουλούκια» (1940), «Ημιτόνια» (1960), «Σκληρά τριολέτα» (1961) και «Ο θάνατος των ημερών» (1976) ], τρία αυτοβιογραφικά [ «25 χρόνια θέατρο» (1958), «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα - Όμηρος των Εγγλέζων» (1965) ] και δύο θεατρικά έργα [ «Ένα κορίτσι στο παράθυρο» (1966) και «Πελοπίδας ο καλός πολίτης» (1976) ].


"Δε γράφω για να με πούνε λογοτέχνη. Γράφω γιατί μόνο η δημιουργία μου γεμίζει τη ζωή μου. Εγώ, αντί να πηγαίνω στα καζίνα και στις κοσμικές συγκεντρώσεις, προτιμώ να γράφω και να ζωγραφίζω."

Την περίοδο της Δικτατορίας ασχολήθηκε, επίσης, με τη ζωγραφική. Είχε μείνει μόνος με τις δύο κόρες του, αφού η γυναίκα του, Μαργαρίτα Τσάλα, είχε εξοριστεί στη Γυάρο. Τότε ήταν που άρχισε με γραμματόσημα να φτιάχνει πίνακες, χρησιμοποιώντας την τεχνική του κολλάζ. Συνολικά έκανε δέκα εκθέσεις των έργων του και πούλησε πάνω από εκατό πίνακες.




Ο Μίμης Φωτόπουλος υπήρξε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του κινητού θεάτρου «Άρμα Θέσπιδος», μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου, ενώ παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α' και το Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου από το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας.




Κι όμως αυτός ο άνθρωπος με πενήντα χρόνια σκληρής δουλειάς, το 1981, όταν θέλησε να συνταξιοδοτηθεί, δε στάθηκε δυνατόν. Είχε μόνο 1.400 ένσημα, που δεν αρκούσαν ούτε για τη μικρότερη σύνταξη. Επρεπε να δουλέψει άλλα πέντε χρόνια για να συμπληρώσει τη βάση. Δούλεψε. Τα συντάξιμά του συμπληρώθηκαν διά της βίας με τις τελευταίες ραδιοτηλεοπτικές εμφανίσεις τους και με μια τιμητική σύνταξη από το ΥΠΠΟ, που όμως δε χάρηκε παρά ελάχιστα, αφού τα προβλήματα υγείας του τον πρόδωσαν.




Πέθανε ξαφνικά, από ανακοπή καρδιάς, στις 29 Οκτωβρίου του 1986. «Εφυγε» έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη, αληθινή, ουσιαστική, πλήρη δημιουργίας και ιδανικών. Μια ζωή που αντιστρατεύτηκε «αυτούς που θέλουν να γίνει η ζωή του λαού μας νάιλον, από τις τροφές, μέχρι τις ιδέες» - όπως είχε πει σε συνέντευξή του στον «Ρ».

Σε μια συνέντευξή του το 1983 γύρω από το θέατρο, υπογράμμιζε: «Η Ελλάδα ήταν πάντοτε πνευματική αποικία. Και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι... Το θέατρο ήταν και είναι μια παγκόσμια θρησκεία που αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους της Γης. Κι εμείς τούτη τη θρησκεία την κάναμε "οίκον εμπορίου και οίκον απωλείας". Στον τόπο μας ποτέ η τέχνη δεν έγινε κτήμα του λαού. Αυτό δε συνέφερε την άρχουσα τάξη».
Η σύλληψη του Μίμη Φωτόπουλου στα Δεκεμβριανά

Να! ποιοι ήσαν οι «φίλοι μας» οι Άγγλοι που τους υποδεχτήκαμε τόσο εγκάρδια με το «Γουέλ-κάμ»

Φάρος του Πνεύματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το κουτί ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει περί των επωνύμων ή ανωνύμων σχολίων - απόψεων που φιλοξενεί. Σε περίπτωση που θεωρείτε πως θίγεστε από κάποιο εξ αυτών, επικοινωνήστε μέσω e-mail έτσι ώστε να αφαιρεθεί. Σχόλια που θα υποπέσουν στην αντίληψή μας, με αναφορές σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, emails, υβριστικά ή συκοφαντικά,θα αφαιρούνται. .To κουτί έχει το δικαίωμα διαγραφής οποιοδήποτε σχολίου χωρίς αιτιολογία