23/10/19

Τα εγκλήματα των ΝΑΖΙ στην Ελλάδα - 23 Οκτωβρίου 1941: Μεσόβουνο Κοζάνης


Δύο φορές πλήρωσε με αίμα το Μεσόβουνο Κοζάνης την εκδικητική μανία των ναζί κατακτητών. Την πρώτη φορά στις 23 Οκτωβρίου 1941 και τη δεύτερη φορά στις 22 Απριλίου 1944. Με 157 θύματα την πρώτη φορά και 108 τη δεύτερη, με πυρπολήσεις σπιτιών και δημεύσεις περιουσιών, από Γερμανούς και Έλληνες συνεργάτες τους. Αρκετοί ήταν και οι αιχμάλωτοι που μεταφέρθηκαν στην Πτολεμαΐδα.

Οι αριθμοί των θυμάτων παρουσιάζουν μικρές αποκλίσεις από μαρτυρία σε μαρτυρία, αλλά τα νούμερα που προαναφέρθηκαν είναι ενδεικτικά του μεγέθους της καταστροφής.

Οι Μεσοβουνιώτες ήταν από τους πρώτους που πήραν τα όπλα για να πολεμήσουν τους κατακτητές, με κινητήριο μοχλό, πέντε Μεσοβουνιώτες κομμουνιστές, που είχαν δραπετεύσει από την Ανάφη, όπου ήταν εξόριστοι.

Οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών ήταν το λεγόμενο Εθελοντικό Σώμα του Γεωργίου Πούλου που είχε ήδη ενταχθεί με το σώμα του στο δεύτερο σύνταγμα Bradenburg.

Ξημερώματα της 23-10-1941: το Μεσόβουνο του Νομού Κοζάνης περικυκλώνεται από 40 αυτοκίνητα με άνδρες της Βέρμαχτ (Γερμανικός Στρατός). Οι Γερμανοί στρατιώτες συγκεντρώνουν όλους τους κατοίκους, διαχωρίζουν τους άντρες ηλικίας 16-69 χρόνων και δίνουν στα γυναικόπαιδα 2ωρη διορία να συγκεντρώσουν «όσα κινητά πράγματα δυνηθώσι».

Ακολουθεί η εκτέλεση, «ομαδικώς και δι’ αυτομάτων όπλων», όλων των συλληφθέντων αντρών του χωριού. Η αναφορά του νομάρχη κάνει λόγο για 135 εκτελεσθέντες, ενώ αυτή της γερμανικής διοίκησης για 142.

Αναµνήσεις της Μάρθας Παραστατίδου από την σφαγή του Μεσοβούνου

Ήμουν στο σπίτι. Μάζεψαν όλους τους άντρες μας κι εμάς μας έβγαλαν από το σπίτι, μας είπαν «πάρτε ότι μπορείτε μαζί σας» και φύγαμε. Ήρθαν οι Γερμανοί για να πάρουν τον άντρα μου μέσα από το σπίτι μας. Τον έντυσα με γυναικεία ρούχα και τον έκρυψα μέσα στον αχυρώνα, αλλά αυτός τα έβγαλε και πήγε και ανακατεύτηκε με του άλλους -μαζί με τα αδέρφια του- και τον πιάσανε. Είχε μεγάλη αδυναμία στα αδέρφια του. Μετά ήρθε ο Γερμανός διερμηνέας και μας είπε «πάρτε ότι ρούχα μπορείτε». Πήρα την πεθερά μου και τα παιδιά, το ένα το είχα στην πλάτη μου και το άλλο στα χέρια μου. Το τρίτο ήταν πιο μεγάλο και περπατούσε – και βγήκα έξω στο χωριό. Πήρα μόνο λίγα ρούχα για να έχουμε και τίποτα άλλο και κατεβήκαμε προς τα Κομνηνά. Όταν φτάσαμε εκεί είπαμε να μείνουμε, αλλά δεν μας άφησαν και έτσι πήγαμε στην Πτολεμαΐδα.

Κατεβήκαμε λοιπόν στην Πτολεμαΐδα, μας βάλανε σε μια εκκλησία και εκεί, ένας Πτολεμαϊδιώτης, ο Παυλίδης, μας έφερνε ψωμί και τρόφιμα. Κάτσαμε αρκετό καιρό εκεί μέχρι που ήρθε διαταγή ότι μπορούμε να πάμε όπου θέλουμε.

Εγώ πήγα στη Φλώρινα. Εκεί ήρθε ο κουμπάρος μου για να πάρει την πεθερά που ήταν ακόμα μαζί μου. Μου είπε τότε η πεθερά μου «έλα κι εσύ μαζί μας, να προσέχω εγώ τα μωρά και εσύ να μπορείς να δουλεύεις». Έτσι φύγαμε και πήγαμε στα Πολλά Νερά (Ημαθίας). Γυρίσαμε στο χωριό τον Μάρτιο. Χτίσαμε μια καλύβα και τον Οκτώβριο, ξαναήρθαν οι Γερμανοί και μας έκαψαν. Φύγαμε και πήγαμε στο Προάστιο, λίγο έξω από την Πτολεμαΐδα.
Πηγαίναμε στο φρουραρχείο για να βγάλουμε άδεια για να μπορούμε να πηγαίνουμε στο χωρίο – έβγαζα πολλές άδειες γιατί ήμουν τολμηρή και έστελναν εμένα – παίρναμε άδεια για να πάμε στο χωριό να θερίσουμε. Μια φορά μου έδωσαν άδεια αλλά δεν είχε σφραγίδα και πήγα με τα πόδια και ξυπόλυτη από το χωριό στην Πτολεμαΐδα για να την σφραγίσω. Την πρώτη φορά που φύγαμε από το χωριό ταλαιπωρηθήκαμε πάρα πολύ.

– Ξέρατε ότι έγινε εκτέλεση όταν φύγατε από το χωριό την πρώτη φορά;
Το ξέραμε. Όταν φεύγαμε από το χωριό ακούσαμε τα πολυβόλα. Ρώτησα τον θείο μου, που έκλαιγε, «Τα παιδιά τι γίνανε;» και μου απάντησε «Δεν ακούς τα πολυβόλα πως χτυπούν;».

Ο αδερφός μου ο Χρήστος είπε στον αδερφό μου τον Πέτρο «Εσύ έχεις εφτά παιδιά. Αν μπορείς φύγε». Ήταν ευέλικτος. Πήδηξε και έφυγε και πήγε και κρύφτηκε στης θείας μου τον φούρνο. Έμεινε εκεί μέχρι που πήγαν κάποιοι από το διπλανό χωριό να δουν τι έγινε και τον βρήκαν μέσα στο φούρνο και τον βγάλανε. Τον πήραν μαζί τους στα Κομνηνά και τον περιποιήθηκαν. Εγώ ήμουν στην Πτολεμαΐδα όταν το έμαθα και πήγα στα Κομνηνά και βρήκα τον αδερφό μου στην πλατεία. Τον αγκάλιασα, τον φίλησα, έκλαψα και τον πήρα και γυρίσαμε στην Πτολεμαΐδα.

Ο Γερμανός δικαστήριο δεν κάνει… σκοτώνει. Φταις, δεν φταις, σε σκοτώνει!

– Όταν γυρίσατε στο χωριό, πήγατε εκεί που είχαν εκτελέσει τους δικούς σας να τους κάνετε κάποιο μνημόσυνο;
Τι λες πουλάκι μου! Δεν είχαμε να ταΐσουμε τα μωρά μας και θα κάναμε μνημόσυνο; Πήγαινε ο πατέρας μου και σκέπαζε του τάφους γιατί πήγαιναν τα σκυλιά και τους έσκαβαν. Αυτά που περάσαμε και είδαμε, κανείς να μην τα δει.

Φάρος του Πνεύματος