11/10/19

Το Νόμπελ Λογοτεχνίας στους Όλγκα Τοκάρτσουκ για το 2018 και Πέτερ Χάντκε για το 2019




Ο Αυστριακός Πέτερ Χάντκε τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019, ενώ εκείνο του 2018, που δεν είχε δοθεί πέρυσι, δόθηκε στην Πολωνή συγγραφέα Όλγκα Τοκάρτσουκ, ανακοινώθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία στη Στοκχόλμη.

Φέτος δόθηκαν δύο Νόμπελ Λογοτεχνίας καθώς η απονομή του περυσινού βραβείου ακυρώθηκε έπειτα από ένα σκάνδαλο που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του συζύγου ενός μέλους της Ακαδημίας για βιασμό. Στο μεταξύ, ο οργανισμός έχει διορίσει νέα μέλη και αναμόρφωσε μερικούς από τους κανονισμούς του έπειτα από μια σπάνια παρέμβαση του προϊσταμένου της Ακαδημίας, του βασιλιά της Σουηδίας.

Ο Χάντκε, 76 ετών, κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019 για «μια επιδραστική εργασία η οποία με γλωσσική επινοητικότητα διερεύνησε την περίμετρο και την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης εμπειρίας», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η Ακαδημία. Ο Χάντκε καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέφερε η Ακαδημία, με ένα έργο που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων μυθιστορήματα, δοκίμια και θεατρικά έργα. Είναι επίσης γνωστός ως συν-σεναριογράφος της πολυβραβευμένης από τους κριτικούς ταινίας "Τα φτερά του έρωτα" (1987) του Βιμ Βέντερς.

Το βραβείο για το 2018 κέρδισε η Τοκάρτσουκ για μια «αφηγηματική φαντασία η οποία με βαθύ πάθος συμβολίζει την υπέρβαση των ορίων ως μορφή ζωής». Η Τοκάρτσουκ, 57 ετών, σπούδασε ψυχολογία και εργάστηκε ως ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια προτού εκδώσει το πρώτο της μυθιστόρημα το 1993. Από τότε έχει γράψει μια σειρά από στέρεα και ποικίλα έργα και το μυθιστόρημά της "Flights" τής χάρισε πέρυσι το βραβείο Man Booker International Prize. Ήταν η πρώτη συγγραφέας από την Πολωνία που κέρδισε το βραβείο αυτό. Προκάλεσε αντιπαράθεση στην Πολωνία αγγίζοντας τις σκοτεινές πλευρές του παρελθόντος της χώρας που είναι αντίθετες με την εκδοχή της ιστορίας την οποία προωθεί το κυβερνών στην Πολωνία εθνικιστικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS).

Στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το βιβλίο της Όλγκα Τοκάρτσουκ: Το αρχέγονο και άλλοι καιροί


Υπάρχει ένα σχεδόν μυθικό χωριό που κατοικείται από εκκεντρικούς όσο και αρχέτυπους ανθρώπινους χαρακτήρες. Είναι ένας παράξενος τόπος, ένας συμπυκνωμένος μικρόκοσμος της κεντρικής Ευρώπης και του κόσμου. Το Αρχέγονο το φυλάσσουν ακροβολισμένοι τέσσερις αρχάγγελοι. Και μέσα από τα δικά τους μάτια, που είναι κρυστάλλινα και εκπέμπουν λυρισμό, παρακολουθούμε τις ζωές των απλών ανθρώπων του καθ' όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, από το 1914 ως τις δικές μας μέρες - την πολυτάραχη δηλαδή ιστορία της Πολωνίας υπό τη μορφή μιας επικής αλληγορίας που διαπερνά τον χώρο και τον χρόνο. Ο έρωτας και η πίστη, ο πόλεμος και η βία, η μοναξιά και ο θάνατος σημαδεύουν τις διαδρομές των μελών μιας οικογένειας απ' την ακμή της μέχρι την τελική διάλυσή της. Το Αρχέγονο και άλλοι καιροί είναι το τρίτο μυθιστόρημα της Όλγκα Τοκάρτσουκ εκδόθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και την καθιέρωσε ως την κορυφαία πεζογράφο της σύγχρονης πολωνικής λογοτεχνίας. Η πολυβραβευμένη συγγραφέας παρατηρεί και περιγράφει τα πράγματα με μια ειρωνική ουδετερότητα, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, με ένας ύφος απολύτως διακριτό, και αφήνει θαμπωμένους τους αναγνώστες, στο επίκεντρο μιας μεταφυσικής πανδαισίας


Ποιος είναι ο Πέτερ Χάντκε

Ο Χάντκε ήταν πάντα «περίεργος». Υπήρξε ανέκαθεν, βλέπετε, αμείλικτος κατήγορος του ναζισμού και του ιμπεριαλισμού. Και «αυθάδης». Μόλις 24 χρόνων, στην αυγή κιόλας της καριέρας του, είχε σταθεί απέναντι στους συγγραφείς της μεταπολεμικής Γερμανίας μιλώντας τους καταπρόσωπο για την «ανικανότητά τους να περιγράψουν τον κόσμο». Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα, στο φόντο των κατεστραμμένων γεφυρών του Βελιγραδίου, περιέγραφε την Κάρλα ντελ Πόντε σαν την «Καρόλα του γεφυριού» και ως την «εξ ονόματος καταλληλότερη» για να της αναθέσουν την καταδίκη της Γιουγκοσλαβίας.

Χαλκέντερος συγγραφέας, εμπαθής σχολιαστής των ηχηρών παφλασμών της επικαιρότητας, ανένδοτος λάτρης των πιο ταπεινών δειγμάτων της απλής πραγματικότητας, πιστός στο λευκό κρασί τελευταίας σοδιάς και συστηματικός εκμαυλιστής ωραίων ηθοποιών, ο Πέτερ Χάντκε παραμένει μέχρι σήμερα σε όλες του τις εκφάνσεις ένας οργισμένος νέος. Από το 1966, όταν μόλις εικοσιτετράχρονος τολμούσε να πει καταπρόσωπο στους καλύτερους συγγραφείς της μεταπολεμικής Γερμανίας που είχαν συγκεντρωθεί στο Πρίνστον ότι είναι «ανίκανοι να περιγράψουν τον κόσμο», ως το 2006, όταν παρευρίσκεται στην κηδεία του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, τον οποίο βλέπει σαν μια τραγική φιγούρα μέσα στη διάλυση της παλιάς Γιουγκοσλαβίας.

Όπως τόσο συχνά θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την καταγωγή της οργής στα παιδικά χρόνια, τα οποία ο Χάντκε πέρασε σε φτωχικές συνθήκες στη γενέτειρά του, το Γκρίφεν της Καρεντίας, στην Αυστρία. Η μητέρα του είναι πλύστρα, ο άνδρας της πίνει και τη δέρνει. Μόλις λίγο πριν πάρει το απολυτήριο γυμνασίου ο Χάντκε μαθαίνει την αλήθεια: ο μέθυσος είναι απλά πατριός του, ο ίδιος είναι νόθο παιδί ενός Γερμανού στρατιώτη. Το 1961 αρχίζει νομικές σπουδές στο Γκρατς, τις οποίες εγκαταλείπει όταν ο οίκος Ζούρκαμπ δέχεται το χειρόγραφο του πρώτου έργου του, που εκδίδεται το 1965 με τίτλο «Σφήκες». Η μητέρα του θα αυτοκτονήσει το 1971 και ο γιος της εμπνέεται από τον θάνατό της το πεζό «Αμέριμνη Δυστυχία».

Στις δεκαετίες του 60 και του 70 ο Χάντκε καθιερώνεται ως ένας από τους αντάρτες στο γερμανόφωνο λογοτεχνικό στερέωμα. Το 1966 γίνεται πασίγνωστος μετά την επιτυχία του πρώτου θεατρικού του έργου με τίτλο «Βρίζοντας το κοινό» που ανεβάζει σε ένα θεατράκι της Φραγκφούρτης ο μετέπειτα διάσημος σκηνοθέτης Κλάους Πάιμαν. Η αμφισβήτηση των τετριμμένων γνωστικών σχημάτων για την πρόσληψη της πραγματικότητας είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σκέψης και της πρόζας του Χάντκε. Όλα αυτά τα χρόνια αγωνίζεται να διαμορφώσει μια μοντέρνα «επική γραφή», μέσα από την οποία η πραγματικότητα αφήνεται να πει μόνη της το τραγούδι της χωρίς τα μαλάματα και τα φτιασίδια και τα γιατροσόφια των δικών μας στερεότυπων γι’ αυτήν.

Στα στερεότυπα αντιτάχθηκε ο Πέτερ Χάντκε και στην κατ’ εξοχήν πολιτική περίοδό του, τη δεκαετία του 90, όταν με μια σειρά κειμένων και ταξιδιωτικών σημειώσεων στηλίτευσε τις δυτικές επιλογές σε σχέση με τη διαλυόμενη Γιουγκοσλαβία. Ο Χάντκε προσπάθησε να δείξει ότι η απόλυτη ενοχοποίηση της μιας μόνο πλευράς σε έναν εμφύλιο και η εθελοτυφλία στις ευθύνες της άλλης είναι παραλογισμός και κατάφωρη αδικία. Αυτή η υπόμνηση ωστόσο εκλήφθηκε ως συμπόρευση με τη σερβική πλευρά σε μια περίοδο που η Δυτική Ευρώπη προετοιμαζόταν για τον κολασμό των ενόχων Σέρβων. Ο Χάντκε κηρύχθηκε τότε αποσυνάγωγος. 

Η Γαλλία απαγόρευσε το ανέβασμα θεατρικού έργου του Χάντκε, το οποίο είχε προγραμματιστεί για το Γενάρη του 2007 στην «Κομεντί Φρανσέζ»! Ο διευθυντής του θεάτρου το ανακοίνωσε επισήμως: Ο Χάντκε «κόβεται» γιατί αν και το έργο του γράφτηκε το 1989 (δηλαδή, ουδεμία σχέση με τα γεγονότα στη Γιουγκοσλαβία), γιατί αν και είχε ενταχθεί εδώ και καιρό στο ρεπερτόριο του γαλλικού θεάτρου, εντούτοις ο συγγραφέας πριν λίγο καιρό έκανε ένα μεγάλο «σφάλμα»: Παραβρέθηκε στην κηδεία του Μιλόσεβιτς στη Σερβία!Στο μεταξύ τα χρόνια πέρασαν και οι αντιδράσεις για την αντισυμβατική πολιτική του τοποθέτηση υποχώρησαν. Και τώρα ήρθε η ώρα για το Νομπέλ.

Για την Γιουγκοσλαβία:

«Στη Γιουγκοσλαβία, το ΝΑΤΟ έφτασε σ' ένα νέο Αουσβιτς... Αυτός ο πόλεμος δείχνει μ' έναν τρομακτικά αναπάντεχο τρόπο την αιώνια βαρβαρότητα... Τότε ήταν οι θάλαμοι αερίων και τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σήμερα είναι δολοφόνοι με τα κομπιούτερ από 5.000 μέτρα ύψος».

Με αυτά τα λόγια, περιέγραφε το 1999 τη ΝΑΤΟική θηριωδία στο Κοσσυφοπέδιο.

«Αισθανόμαστε ντροπή για τη Γερμανία, η οποία ύστερα από ένα τέτοιο παρελθόν (...) και υπό την καθοδήγηση ενός υποτιθέμενου σοσιαλδημοκράτη μάς οδηγεί μέσω των ΗΠΑ σε έναν τρίτο ευρωπαϊκό παγκόσμιο πόλεμο», δήλωναν τον Απρίλη του '99, και ενώ τα ΝΑΤΟικά βομβαρδιστικά χτυπούσαν τη Γιουγκοσλαβία, είκοσι διανοούμενοι, από τους ελάχιστους στη Δύση που όρθωσαν το ανάστημά τους στο έγκλημα. Ανάμεσά τους ο Πέτερ Χάντκε.

Ο Χάντκε δεν περίμενε τις βόμβες για να μιλήσει. Ηταν από τους πρώτους που είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Ηδη από το 1991. Οταν με ανοιχτή επιστολή στα ΜΜΕ αντιτάχθηκε στην πρώτη κιόλας κίνηση διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και κατήγγειλε ότι η σύσταση σλοβενικού κράτους «δεν υποκινούνταν από την παραμικρή ευγενική ιδέα, σε αντίθεση με τη συμβίωση των λαών που συνιστούσε το ιδεολογικό τουλάχιστον υπόβαθρο της γιουγκοσλαβικής ομοσπονδίας».

Σαρκάζοντας τον «πολιτισμό» της Δύσης, έλεγε ότι στα μηχανήματα αυτόματων τραπεζικών συναλλαγών, που ρωτούν σε ποια γλώσσα θέλει ο πελάτης να κάνει τις συναλλαγές του, εκτός από τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά, η επόμενη γλώσσα που του προκαλεί αηδία είναι τα ισπανικά, καθώς επρόκειτο για τη μητρική γλώσσα του «κοκορίκου του ΝΑΤΟικού θανατά», του τότε γραμματέα του ΝΑΤΟ, Χαβιέ Σολάνα. Θα περιμένω - συμπλήρωνε - πότε θα έρθουν τα μηχανήματα που θα 'χουν την επιλογή να κάνω τις συναλλαγές μου στα «ελληνικά» ή στα «αραβικά»...

Έργα του Πέτερ Χάντκε που κυκλοφορούν στην Ελλάδα

  • Κάσπαρ - Εκδόσεις Δωδώνη (Θεατρικό)


  • Η μεγάλη πτώση - Εκδόσεις Εστία

Η ιστορία ενός αργόσχολου ηθοποιού, μία και μόνη μέρα, από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα. Περπατώντας σε μια μεγαλούπολη το καλοκαίρι, από τις παρυφές μέχρι τα ποικίλα κέντρα της. Συναντήσεις με δρομείς, αστέγους, ιδιότυπα ζευγάρια, έναν ιερέα, αστυνομικούς. Μια πορεία μέσα από διαμάχες και εχθροπραξίες γειτόνων, μπρος σε τεράστιες οθόνες με πολιτικούς, έπειτα ανάμεσα σε επιβάτες του μετρό από κάποιον άλλο κόσμο.

Αστραποβόλημα στο κέντρο της πόλης. Και το πρόσωπο μιας γυναίκας.

  • Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλντι - Εκδόσεις Gutenberg (Μυθιστόρημα)

Η Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι" είναι ένα κλασικό μυθιστόρημα στο χώρο του μοντερνισμού, ένα κοινωνικό ψυχόδραμα που προκάλεσε πραγματική ταραχή όταν εκδόθηκε (1970). Πρόκειται για το απογυμνωτικό πορτρέτο ενός διαταραγμένου ψυχολογικά ατόμου: ο Γιόζεφ Μπλοχ, πρώην διάσημος τερματοφύλακας, περιπλανάται σε μια ασφυκτική πόλη στα σύνορα της Αυστρίας και, σχεδόν ασυνείδητα, αποκτά και μιαν άλλη ιδιότητα: του καταζητούμενου δολοφόνου.

  • Η απουσία - Εκδόσεις Δωρικός

Το καινούργιο επικό έργο του Πέτερ Χάντκε παρουσιάζεται συνειδητά σαν παραμύθι, σαν ένα πεζογράφημα φανταστικών περιστατικών που δε δεσμεύεται με την αιτιότητα, με το χώρο και το χρόνο.
Στο παραμύθι του Χάντκε, οι χώρες και τα τοπία είναι σαφή και δαιδαλώδη, συγκεκριμένα και φανταστατικά. Τα τέσσερα πρόσωπα, ο Γέρος, η Γυναίκα, ο Στρατιώτης και ο Παίκτης, κινούνται σ' ένα είδος τοπογραφίας της φαντασίας, διασχίζοντας τις εποχές και τις ηπείρους. Είναι δραπέτες της ρουτίνας, μετανάστες. Διαβαίνουν σύνορα, υπακούοντας στη λαχτάρα τους "να γίνει η πορεία το σπιτικό τους". Βρίσκονται σε μια απουσία που εμπερικλείει την ενόραση και την επιστροφή.
"Η απουσία" είναι ένα ρεαλιστικό παραμύθι, ένα παραμύθι της πραγματικότητας, μια ερμηνεία της πραγματικότητας με μορφή παραμυθιού.
Η διαδικασία της γραφής του Χάντκε, της αποκρυπτογράφησης και της ανάγνωσης, είναι ένας δρόμος για μια όλο και πιο λαγαρή γλώσσα, που μέσα στον κόσμο της ερημιάς και της ερήμωσης, τον κόσμο των απειλών και των κινδύνων, γίνεται δρόμος σωτηρίας.

  • Βρίζοντας το κοινό - Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος (Θεατρικό)
  • Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό - Εκδόσεις Άγρα (Μυθιστόρημα)

  • Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια - Εκδόσεις Εξάντας

Όταν στις 24 Μαρτίου 1999 τα βομβαρδιστικά ανέλαβαν την επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Κοσσυφοπέδιο, ο Χάντκε έγραφε: "Ο Άρης επιτίθεται και από σήμερα η Γιουγκοσλαβία γίνεται πατρίδα όλων, όσοι δεν έχουν μετατραπεί ήδη σε Αρειανούς". Στην συνέχεια επισκέφθηκε δύο φορές αυτή την συμβολική πατρίδα, στις αρχές και στα τέλη Απριλίου. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του στη Σαβίλ, έξω από το Παρίσι, κατέγραψε τις σημειώσεις του όπως γράφει όλα του τα βιβλία: με μολύβι σε μπλοκάκια, ορνιθοσκαλίσματα για μια ανασήμανση του κόσμου. Το μέγα σκάνδαλο για τον συγγραφέα δεν είναι τα γεγονότα, αλλά πολύ περισσότερο τα στερεότυπα μέσω των οποίων η Δύση αντιλαμβάνεται αυτές τις εξελίξεις και ταυτόχρονα καθαγιάζει την ανάμιξή της σ' αυτές. Το οδοιπορικό αυτό στη βομβαρδισμένη Γιουγκοσλαβία είναι η πέμπτη γραπτή παρέμβαση του Πήτερ Χάντκε στις βαλκανικές εξελίξεις την τελευταία δεκαετία. Προηγήθηκαν "Ο ονειροπόλος αποχαιρετά τη γη της επαγγελίας. Μια πραγματικότητα που έγινε παρελθόν: η ανάμνηση της Σλοβενίας (1991), τα δύο ταξιδιωτικά ημερολόγια από τη Σερβία και τη Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας, Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σαβο, Μοράβα και Δρίνο ή Δικαιοσύνη για τη Σερβία και το Καλοκαιρινό συμπλήρωμα σε ένα χειμωνιάτικο ταξίδι ( Εξάντας 1998) και το θεατρικό έργο "Το ταξίδι με το μονόξυλο" (1999).

  • Το ταξίδι με το μονόξυλο - Εκδόσεις Εξάντας (Θεατρικό)

Χώρος δράσης αυτού του σύγχρονου, ποιητικού θεατρικού έργου του Πέτερ Χάντκε είναι η σάλα του ξενοδοχείου Ακαπούλκο, που βρίσκεται σε μια μικρή επαρχιακή πόλη σε μια κοιλάδα των Βαλκανίων. Εκεί συναντιούνται δύο σκηνοθέτες, ο Αμερικανός Τζον Ο’ Χάρα και ο Ισπανός Λουίς Ματσάδο, για να επιλέξουν τους ηθοποιούς που θα παίξουν στην προσεχή τους ταινία, με θέμα τον πόλεμο που ξεκίνησε σε αυτή την περιοχή πριν δέκα χρόνια. Και έτσι εμφανίζονται οι πιθανοί πρωταγωνιστές της ταινίας - ένας ξεναγός, ένας ιστορικός, τρεις δημοσιογράφοι - δίνοντας τη δική τους εκδοχή για τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια. Μ’ αυτόν τον τρόπο παρουσιάζονται στους δύο σκηνοθέτες οι αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τούτο τον τόπο: όλες οι αντίθετες γνώμες και καταλογίσεις ευθυνών ακούγονται στη διάρκεια αυτού του ντεφιλέ στο σαλόνι του ξενοδοχείου. Και πάλι όμως - έτσι είναι αυτή η χώρα - πλάι σ’ εκείνους με την μονοσήμαντη άποψη υπάρχουν και οι άλλοι: ένας δασόβιος, ένας κρατούμενος, μια γυναίκα με δερμάτινο παλτό, που μέσα στην ειλικρινή τους σύγχυση αποτελούν ανάγλυφες αναπαραστάσεις της κατάστασης που επικρατεί εκεί. Μέσα από όλα αυτά οι δύο σκηνοθέτες - και μαζί τους ο αναγνώστης και ο θεατής - θα μπορέσουν να σχηματίσουν ο καθένας τη δική του άποψη για τα συμβάντα και να αποφασίσουν οριστικά για το μέλλον της ταινίας τους.

Ο Πέτερ Χάντκε έχει μεταφράσει από τα αρχαία Ελληνικά στα Γερμανικά τα έργα Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου, Οιδίπους επί Κολωνώ του Σοφοκλή και Ελένη του Ευριπίδη. Ο ίδιος θα πει γι' αυτές τις μεταφράσεις:

«Μα την αλήθεια, δεν έχω μεταφραστική μέθοδο. Είχα ρωτήσει την πρώτη φορά έναν κλασικό φιλόλογο, καθηγητή Πανεπιστημίου, τι να κάνω με τα εναλλασσόμενα μέτρα και με τα χορικά και με τους διαλόγους. Και μου είχε πει: απλά αφήστε το κείμενο να κυλίσει! Ναι, αυτή είναι ίσως η μόνη αρχή που ακολουθώ. Αλλά πρέπει να προηγηθεί η κατανόηση, πρέπει να καταλάβω κάθε λεξούλα και κάθε σχήμα λόγου και κάθε πρόταση. Αυτή η κατανόηση ξεκινά σαν βηματισμός που προϋποθέτει επίμονη σκέψη, αποτίμηση των δυνατοτήτων, ζύγισμα, λέξη προς λέξη, στίχο προς στίχο, μέχρις ότου αυτός ο βηματισμός δώσει τον ρυθμό του, τον ρυθμό της κατανόησης πια, και στη γερμανική απόδοση. Τότε ναι, μπορείς να αφήσεις πια όντως απλά το κείμενο να κυλίσει. Αλλά μόνο τότε.»

Φάρος του Πνεύματος