3/9/19

Έλλη Λαμπέτη

"Το ξέρω ότι αγαπήθηκα σαν ηθοποιός. Έχω πολλές στιγμές συγκίνησης με το κοινό. Όμως ποτέ δεν ένιωσα χαϊδεμένη. Τα μπουκέτα, τα δώρα, όλα αυτά που λένε ότι απολαμβάνουν οι σταρ, δεν τα γνώρισα. Δεν ήμουν σταρ, άλλωστε."

Γεννήθηκε στις 13 Απριλίου του 1926 στα Βίλια Αττικής.  Προτού καν αντικρίσουν τα μεγάλα, μαύρα  μάτια του το φως του κόσμου,  το καχεκτικό μωρό της οικογένειας Λούκου έπρεπε να δώσει την πρώτη του μεγάλη μάχη για να ζήσει. Στις 13 Απριλίου του 1926, η Αναστασία Λούκου έφερε στον κόσμο τα δίδυμα παιδιά της. Ο γιος γεννήθηκε υγιής, όμως, το δεύτερο μωρό από τα δίδυμα αργούσε να βγει από την κοιλιά της μάνας.

Μία ώρα πήρε για να δει το πρώτο φως του κόσμου, η Έλλη. Όπως ανέφερε ο Φρέντυ Γερμανός στο βιβλίο του «Έλλη Λαμπέτη» (εκδ. Καστανιώτη), για μια ώρα η ζωή της κρεμόταν από έναν αόρατο ιστό. Και όπως η ίδια είχε γράψει σε ιδιόχειρο σημείωμα, ήταν ένα λυμφατικό πιθηκάκι που φαινόταν αναποφάσιστο να ζήσει. Σαν να ’ξερε τους αμείλικτους κανόνες του παιχνιδιού που θα ’πρεπε να παίξει στα επόμενα πενήντα εφτά χρόνια.

Σχεδόν δεν ανέπνεε και οι ελπίδες για να ζήσει, έμοιαζαν λίγες. Αλλά η μικρή Ελένη Λούκου (αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα) τους διέψευσε. Και κέρδισε την πρώτη «μάχη» για τη ζωή. Πατέρας της ήταν ο Κώστας Λούκος, ιδιοκτήτης ταβέρνας, και μητέρα της η Αναστασία Σταμάτη. Ο παππούς της, γνωστός ως Καπετάν-Σταμάτης, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Κολοκοτρώνη, κατά την επανάσταση του 1821.



"Αλλά και η τηλεόραση... Ω Θεέ μου! Η τηλεόραση την λογοτεχνία την αφανίζει. Την κάνει εικόνα, ενώ η λογοτεχνία είναι λόγος. Είσαι εσύ και το βιβλίο - οι δυο σας. Δύο εραστές. Τίποτα δεν μπορεί να χαλάσει το ραντεβού σας. Κανένας από τους δυο δεν φοβάται ότι ο άλλος θα τον απατήσει. Είναι εκεί, ο ένας για τον άλλον, πάει και τελείωσε..."

Το 1928 η οικογένειά της μετακόμισε στην Αθήνα αφού η ταβέρνα δε μπορούσε να θρέψει τα 8 στόματα. Επιπλέον, η μητέρα της ήθελε τα παιδιά της να πάρουν μόρφωση και μόνο στα σχολειά της πρωτεύουσας θα μπορούσαν να είχαν την καλύτερη δυνατή. Δεκατρία χρόνια αργότερα, η Έλλη έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, αλλά απορρίφθηκε. Ωστόσο, το ταλέντο της αναγνωρίστηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη, που την πήρε κοντά της και σύντομα έγινε η αγαπημένη της μαθήτρια. Μάλιστα, της είχε τόση εμπιστοσύνη, ώστε της επέτρεψε να διαβάσει ακόμη και τις ερωτικές επιστολές που είχε λάβει από τον Ίωνα Δραγούμη, στις αρχές του 20ου αιώνα. Εκείνη τη χρονιά απέκτησε και το νέο της επώνυμο, το οποίο το επέλεξε ο θείος της, από το βιβλίο «Αστραπόγιανος» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.



"Η τέχνη είναι δημιουργία. Και στο θέατρο, ας το πάρουμε απόφαση, η δημιουργία είναι του συγγραφέα και του ηθοποιού - κανενός άλλου. [...]Ο δημιουργός είναι η μήτρα, γεννάει, σου δίνει. Κι εσύ, κολλημένος  απάνω της, ρούφας, παίρνεις, δημιουργείς με τη σειρά σου. "

Το 1941 πέθανε από φυματίωση ο δίδυμος αδελφός της, Τάκης. Το χτύπημα για την Έλλη ήταν δυνατό. Έχασε το άλλο της μισό. Ήταν, τότε, μόλις 15 ετών. Τον θάνατο του αδελφού της δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Πάντα, ένιωθε τον πόνο της απουσίας του.

Αλλά, τα χτυπήματα της μοίρας δε σταμάτησαν σε αυτή την απώλεια. Κατά τα Δεκεμβριανά σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα η μητέρα της. Η απώλεια την τσακίζει. Τα μεγάλα μαύρα μάτια της βυθίζονται όλο και περισσότερο στη μελαγχολία.

Πολύ σύντομα, το 1942, έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση, στο έργο «Η Χάννελε πάει στον Παράδεισο» του Χάουπτμαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα καθιερώθηκε ως ηθοποιός εξαιρετικής εσωτερικότητας, με τον «Γυάλινο Κόσμο» στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Την ίδια χρονιά έκανε και το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, στην ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι». Από το 1948 συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Κώστα Μουσούρη, τον μεγάλο αντίπαλο του Κουν. 


"Είχα πάντα αυτό που λένε κομάρες. Κι ότι έχω καταφέρει το κατάφερα από υπερβολικό ζήλο. Αγαπούσα τόσο το θέατρο που παρά τις κομάρες μου κατάφερνα και τελείωνα την παράσταση. Εξοντωμένη." 

Το 1950 παντρεύτηκε με τον Μάριο Πλωρίτη. Ο γάμος τους, όμως, δεν άντεξε για πολύ... Χώρισαν τρία χρόνια αργότερα, όταν η Έλλη γνώρισε τον Δημήτρη Χορν. Μαζί έγραψαν μία από τις πιο αστραφτερές σελίδες στην υποκριτική τέχνη. Συγκρότησαν δικό τους θίασο, μαζί με τον Γιώργο Παππά, ανεβάζοντας έργα όπως: «Ο βροχοποιός», «Νυφικό Κρεβάτι», «Το παιχνίδι της Μοναξιάς», κ.α. Στη μεγάλη οθόνη, υπήρξαν συμπρωταγωνιστές στην «Κάλπικη Λίρα» (1956) του Γιώργου Τζαβέλα. Άλλες κινηματογραφικές επιτυχίες της Έλλης Λαμπέτη, αυτής της περιόδου, είναι το «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), «Το κορίτσι με τα μαύρα» (1956) και «Το τελευταίο ψέμα» (1957) του Μιχάλη Κακογιάννη.



Ο Χορν είχε βρεθεί στο δρόμο της χρόνια πριν, τότε που έδωσε εξετάσεις στη Σχολή της Κοτοπούλη κι εκείνος ήταν ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής, που ομόφωνα συμφώνησαν ότι το νεαρό κορίτσι «δεν το είχε». Και διαψεύστηκαν περίτρανα, πολύ σύντομα.

Όπως διαψεύστηκε και το μίσος που υπήρχε έκτοτε μεταξύ τους, που εξελίχθηκε σε έναν μεγάλο έρωτα. Δύο διαφορετικοί κόσμοι, δύο διαφορετικές κουλτούρες, δύο εντελώς αντίθετοι χαρακτήρες (ακόμη και πολιτικά ήταν αντίθετοι: ο Χορν επιστήθιος φίλος του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η Λαμπέτη αριστερή) που «παραδόθηκαν» αμαχητί στο μεγαλείο του έρωτα και του πάθους, στη μυστηριακή Αίγυπτο.

Λαμπέτη και Χορν έγιναν το αγαπημένο ζευγάρι του θεάτρου, του κινηματογράφου και του κοινού. Το «θείο ζεύγος», όπως τους αποκαλούσαν. Ωστόσο, μέσα στα έξι χρόνια της σχέσης τους, οι τραγωδίες στη ζωή της Έλλης διαδέχονταν η μία την άλλη.

Πριν γίνει επίσημα ζευγάρι με τον Χορν, έχασε τον πατέρα της, τον Μάρτιο του 1953. Δύο χρόνια αργότερα κι ενώ η ευτυχία της στο πλευρό του Χορν έχει φτάσει στην κορύφωσή της, χάνει την αδελφή της Κούλα από καρκίνο. Το χτύπημα ήταν μεγάλο.  Δεν μπορεί να διαχειριστεί και αυτή την απώλεια.

Παθαίνει πάρεση (παράλυση του Bell), η οποία προκαλεί παράλυση της μιας πλευράς του προσώπου. Στην Έλλη είχε ως αποτέλεσμα να χάσει παροδικά το φως της. Ο θάνατος των αγαπημένων της προσώπων δε μαύρισε μόνο την ψυχή της, αλλά δημιούργησε προβλήματα και στη σχέση της.

Το 1958 χάνει από καρκίνο και την άλλη αδελφή της. Ο φόβος ότι θα αρρωστήσει και εκείνη από την «παλιαρρώστεια» φωλιάζει μέσα της. Στο μεταξύ, έχει προχωρήσει σε έκτρωση στο παιδί του Χορν, αφού και οι δύο δεν ήθελαν να γίνουν γονείς, ενώ διάφορα προβλήματα έφεραν το οριστικό τέλος της σχέσης τους.



"Την τηλεόραση δεν την μπορώ. Δεν μπορώ να κοιτάω τη μηχανή, η μηχανή δεν έχει μάτια. Εγώ θέλω να κοιτάω στα μάτια του θεατή, τότε μόνο νιώθω επικοινωνία. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ το σινεμά. Δεν το ‘θελα το σινεμά ποτέ. Ότι έπαιξα το έπαιξα για να ενισχύσω τα οικονομικά μου."


Παρότι η Έλλη Λαμπέτη και ο Δημήτρης Χορν υπήρξαν αγαπημένο ζευγάρι στη ζωή και στο σανίδι, η σχέση τους έφτασε στο τέλος της το 1959. Δήλωσαν ότι θα ξανασυνεργαστούν σύντομα, κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Η μόνη αχτίδα σ' αυτά τα τραγικά χρόνια ήταν η γνωριμία της με τον αμερικανό συγγραφέα Γουέικμαν, ο οποίος υπήρξε ο επόμενος σύζυγός της έως το 1976.

Λίγο πριν χωρίσει οριστικά με τον Χορν γνώρισε στο φεστιβάλ των Καννών τον Φρεντερίκ Ουέηκμαν, ο οποίος γοητεύεται από εκείνην. Ο Αμερικανός συγγραφέας φαίνεται ότι ήταν αυτό που έψαχνε.



"Με πειράζει πολύ όταν καταφέρονται κατά των νέων. Αρκεί να καταλάβω ότι υπάρχει ζήλια και γίνομαι θυσία για να υποστηρίξω κάποιον, να μην τον αφήσω να γίνει θύμα. "

Παντρεύτηκαν σε χρόνο dt, ταξίδεψαν σε πολλά μέρη κι έμειναν μαζί για 16 χρόνια. Αλλά και η σχέση της αυτή, θα δεχθεί τα «χτυπήματα» της μοίρας. Η αδελφή της Φωτεινή φεύγει κι εκείνη από καρκίνο. Πλέον, η Λαμπέτη είναι σίγουρη ότι θα έχει την ίδια τύχη με τις αδελφές της.

Και ο χειρότερος φόβος της παίρνει σάρκα και οστά το 1968, όταν διαγνώσθηκε και η ίδια με καρκίνο στο στήθος. Φεύγει στο εξωτερικό όπου έκανε μαστεκτομή.

Η δεκαετία του '70 ήταν εξίσου σκληρή για την Έλλη Λαμπέτη. Εξαιτίας της λαχτάρας της για την απόκτηση ενός παιδιού, ενεπλάκη σε μία δικαστική περιπέτεια, που κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι φυσικοί γονείς τής μικρής Ελίζας, που είχε υιοθετήσει, διεκδίκησαν και πήραν την κηδεμονία του παιδιού το 1974.



"Δεν είναι δύσκολο, ακόμα κι ένας άνθρωπος μόνος του μπορεί να σταματήσει μια κακή παράδοση, φτάνει να μην την αποδεχτεί, να την περιφρονήσει."


Το 1971 ο καρκίνος είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στη ζωή της Έλλης Λαμπέτη και η ηθοποιός ήταν καταβεβλημένη όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά. Στις 10 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου, η Λαμπέτη διάβασε στις εφημερίδες το όνομά της ανάμεσα στους θεατές των οργίων που λάμβαναν χώρα σε μια βίλα στη Γλυφάδα, τον Νοέμβριο του 1969. Ο Τύπος της εποχής έγραφε ότι πρωταγωνιστές  ήταν τρεις άνδρες, δύο ανήλικα κορίτσια δεκαπέντε χρόνων κι ένας σκύλος.

Σύμφωνα με τις αστυνομικές αρχές επρόκειτο για λυκόσκυλο, ενώ οι αστυνομικοί συντάκτες της εποχής έκαναν λόγο και για έναν νέγρο άνδρα ο οποίος συμμετείχε στη λεγόμενη «παρέα της έπαυλης». «Ανάμεσα στους θεατές των οργίων ήταν η γνωστή ηθοποιός Έλλη Λαμπέτη και η γνωστή λαϊκή τραγουδίστρια Γιώτα Γιάννα. Επίσης και άλλα διάσημα πρόσωπα της αθηναϊκής κοινωνίας», έγραφαν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Το όνομα της Λαμπέτη σπιλώθηκε ανεπανόρθωτα. Κατά τη διάρκεια της θεατρικής παράστασης «Λαίδη», στην οποία πρωταγωνιστούσε, το κοινό της φώναζε «γαβ γαβ», αφού ο σκύλος θεωρούνταν «ο πιο ενδιαφέρων ήρωας της ιστορίας». 

«Με ποιο δικαίωμα με σπρώχνουν ανάμεσα σε σκύλους και σε νέγρους, στη ζούγκλα της πρώτης σελίδας;», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά η γνωστή ηθοποιός σε συνέντευξή της στα «Επίκαιρα». 

Λίγες ημέρες αργότερα, η Λαμπέτη οδηγήθηκε στον ανακριτή και υπερασπίστηκε σθεναρά το όνομά και τη φήμη της: «Έπρεπε να με ρωτήσετε εάν έχω άλλοθι. Έτσι δεν κάνετε με όλους τους κατηγορούμενους; Το άλλοθι μου είναι τα αρχεία του Ευαγγελισμού. Ήμουν με γάζες και σωληνάκια για δύο εβδομάδες. Αλλά σηκώθηκα να κάνω πρόβες στο θέατρο μου. Ξέρετε γιατί; Ζουν 35 άνθρωποι από μένα και έπρεπε να τους σκεφτώ. Δεν έχω  μερσεντές όπως ισχυρίζεστε, δεν οδηγώ καν. Εγώ δεν έχω δικαίωμα λόγου; Μόνο τα κοριτσάκια έχουν; Πώς βάλατε το όνομα μου σε ένα κουρελόχαρτο;» 

Στη συνέχεια τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Ο ανακριτής είχε φτάσει σε σημείο που δεν μπορούσε να μιλήσει μπροστά στο ξέσπασμα της ηθοποιού. Η ίδια οργισμένη του επιτέθηκε. Του πέταξε διάφορα έγγραφα στα μούτρα και δεν δίστασε να τον ταπεινώσει λέγοντας του πως δεν ήταν άξιος της καρέκλας που καθόταν. 

Την επόμενη εβδομάδα, το τοπίο ξεκαθάρισε. Οι συνήγοροι του ενός κοριτσιού παραδέχτηκαν πως έπεσαν θύματα πλάνης, ενώ ο οικοδεσπότης της βίλας δήλωσε χαρακτηριστικά: «Λαμπέτη; Δεν είδα ποτέ μου στη βίλα την κυρία Λαμπέτη». Ο ανακριτής επικοινώνησε με την ηθοποιό για να ζητήσει συγγνώμη. Η ζημιά ωστόσο ήταν μεγάλη. Στο θέατρο «Ρεξ» ακούγονταν διαρκώς γαυγίσματα και χλευασμοί προς το πρόσωπό της. 

Στα τέλη του Φεβρουαρίου, η παράσταση «Λαίδη» κατέβηκε. «Κατεβάζετε το έργο, επειδή σας πείραξαν τα γαβ – γαβ;» «Όχι κύριε. Κατεβάζω το έργο επειδή είμαι πολύ άρρωστη», αποκρίθηκε η ηθοποιός στο ερώτημα ενός δημοσιογράφου. Ήταν η πρώτη φορά που παραδέχτηκε ανοιχτά ότι είχε καρκίνο.

Η δίκη έφτασε προς το τέλος, οι ένοχοι φυλακίστηκαν και τα ανήλικα κορίτσια εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Ποτέ δεν μαθεύτηκε τι πραγματικά συνέβη.

Οι ψίθυροι πάντως συνεχίστηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. «Ήταν τελικά ή δεν ήταν η Λαμπέτη στη βίλα;» Η ηθοποιός είχε τονίσει σε συνέντευξή της στα «ΝΕΑ»: «Νιώθω ότι απέτυχα σαν θεατρίνα αφού δεν κατάφερα τόσα χρόνια στη σκηνή να δείξω στο κόσμο ποια είμαι. Αν δεν είχα ανάγκη από λεφτά, θα άφηνα το θέατρο αυτή τη στιγμή». Η Έλλη Λαμπέτη δεν εγκατέλειψε ποτέ το θέατρο. Παρά τον διασυρμό του ονόματός της, τη δικαστική διαμάχη και τη σοβαρή ασθένεια της, παρέμεινε ενεργή στην υποκριτική μέχρι το τέλος.



"Τι ωραία δουλειά το θέατρο! Τι διδακτική! Σου δίνει τόσα πολλά! Είναι σαν τα μικρά παιδιά: Τα φροντίζεις, τα τρέφεις, τα διδάσκεις ως μία ηλικία και μετά σε διδάσκουν αυτά. Το θέατρο,  άμα του δώσεις, άμα το ταΐσεις και το φροντίσεις, αρχίζει και σου δίνει. Σε διδάσκει, σε τρέφει…"
Το 1976, λόγω και της φθοράς που έχει επέλθει από όλα τα χτυπήματα της μοίρας, η Λαμπέτη χωρίζει τον Γούεικμαν και επικεντρώνεται στην τέχνη της, αποφασίζοντας την συνεργασία της με τον Μάνο Κατράκη, με τον οποίο μαγεύουν το κοινό με τις ερμηνείες τους στην «Φθινοπωρινή Ιστορία».

Τα επόμενα χρόνια ήταν μία μάχη με την επάρατο νόσο, από την οποία είχε προσβληθεί από το 1967. Δεν το έβαλε κάτω και συνέχισε να παίζει στο θέατρο, αποσπώντας εντυπωσιακές κριτικές. 

Έφυγε πάλι για το εξωτερικό και ξεκίνησε ένα νέο κύκλο θεραπειών. Οι μεταστάσεις, όμως, ήταν πολλές και χτύπησαν ακόμη και τις φωνητικές χορδές της, με αποτέλεσμα να χάσει σταδιακά τη φωνή της. Το γλυκό ψεύδισμα του ελληνικού κινηματογράφου «χάθηκε» με τρόπο άδικο. Αλλά και πάλι, εκείνη δεν το έβαλε κάτω. Το θεατρικό σανίδι ήταν αυτό που της έδινε δύναμη.

Αποφάσισε, λοιπόν, να ανεβάσει την παράσταση «Παιδιά ενός κατώτερου Θεού», όπου υποδύθηκε την κωφάλαλη Σάρα. Μάλιστα, για να ανταπεξέλθει στο ρόλο, όπως εκείνη ήθελε, διδάχθηκε τέλεια και σε σύντομο διάστημα τη γλώσσα τον κωφάλαλων. Το κοινό έμοιαζε να καταλαβαίνει ότι εκείνο ήταν το κύκνειο άσμα της. Κι εκείνη το ήξερε. Και όλοι τους έζησαν μέσα στο θέατρο μαγικές στιγμές με τη μοναδική ερμηνεία της Λαμπέτη, που έκανε τους πάντες να υποκλιθούν γι’ ακόμη μία φορά, στο ανυπέρβλητο ταλέντο της.

«Είσαι η πιο ερωτική κωφάλαλη που έχει περάσει από το θέατρο» της είχε δηλώσει μαγεμένος από την ερμηνεία της ο Μάνος Χατζηδάκις.


"Υπάρχουν βέβαια διάφοροι συνένοχοι στο γεγονός ότι δεν αξιοποιήθηκα. Όχι το κοινό όμως. Το κοινό δε φταίει σε τίποτα. Βοηθάει, και  μάλιστα χωρίς να έχει καμία υποχρέωση να βοηθήσει. Το κοινό μου έδωσε ήδη. Εγώ όφειλα να του δώσω περισσότερα, γιατί ο Θεός μου ‘δωσε. Μου έδωσε ένα χάρισμα - κι εγώ τι το έκανα; Δεν έχω αξίωση να μου γυρέψει το κοινό να είμαι καλύτερη. Εγώ πρέπει να ντρέπομαι που δεν καλλιέργησα αυτό που είχα. Στάθηκα κακία μάνα για το ταλέντο μου. "

Τους τελευταίους μήνες της ζωής της, τους πέρασε σε νοσοκομεία της Ελλάδας και της Αμερικής. Έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου του 1983 και σε ηλικία 57 ετών, σε νοσοκομείο της Αμερικής, έχοντας στο πλευρό της τη μοναδική αδελφή που της είχε απομείνει, την Αντιγόνη.


" Και μη μου πεις ότι η πολιτική ηγεσία απλώς δείχνει να προτιμάει το δεύτερης ποιότητας θέαμα, επειδή μερικοί καταφέρνουν να κάνουν καλύτερες δημόσιες σχέσεις. Όχι. Τους αρέσει! Δεν ξέρω τι είδους δημόσιες σχέσεις έκανα εγώ, αλλά εμένα, παρότι το δικό μου θέατρο ήταν αξιοπρεπέστερο, δεν ήρθε να με δει κανείς. Εμένα δεν μ’ έχουν δει ποτέ οι ηγέτες της χώρας. Γιατί; Γιατί δεν τους άρεσε το είδος. Τους αρέσει η δεύτερη ποιότητα. Αλλά βέβαια δεν το ομολογεί κανείς, όπως δεν ομολογεί κανείς ότι το είδος της μουσικής που αγαπά είναι απλοϊκό. “Σας αρέσει η μουσική;” τον ρωτάς. “Ω, ναι!” απαντάει “λατρεύω τον Μότσαρτ”. Κι όταν πας σπίτι του δεν βλέπεις κανέναν Μότσαρτ ανάμεσα στους δίσκους του, βλέπεις τραγουδάκια... Το ίδιο και με μένα. Μπορεί ν’ ακούσεις: “Α, η Λαμπέτη, μεγάλη ηθοποιός!”. Κι όταν έρθει η ώρα να πάει αυτός που το λέει στο θέατρο, πηγαίνει τη Βουγιουκλάκη."

Προηγουμένως είχε αποφασίσει να δωρίσει τα μάτια της. Εκείνα τα θλιμμένα και υγρά μάτια του ελληνικού κινηματογράφου, που είδαν έρωτες, επιτυχίες και τραγωδίες να εκτυλίσσονται μπροστά τους καθοδηγούμενα από τη μοίρα.



"Νιώθω τέτοια πίκρα, τέτοια πίκρα, που ο Θεός μού έκανε τη χάρη την ξεχωριστή να μου δώσει ένα μεγάλο ταλέντο, που εγώ δεν αξιοποίησα. Χρησιμοποίησα το μίνιμουμ."



"Μήπως και οι πρόοδοι των λαών από μεμονωμένα άτομα δεν γίνονται; Πόσα; πέντε; οκτώ; Ελάχιστα πάντως. "

Φιλμογραφία


"Πάντα αισθανόμουν ότι σκοτώνω κάτι, κάθε φορά που έκανα μια ταινία."
Αδούλωτοι σκλάβοι (1946)
Παιδιά της Αθήνας (1947)
Διαγωγή... μηδέν! (1949)
Ματωμένα Χριστούγεννα (1951)
Κυριακάτικο ξύπνημα (1954)
Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955)
Το κορίτσι με τα μαύρα (1956)
Το τελευταίο ψέμα (1958)
Il relitto (Το χαμένο κορμί, 1961)
Μια μέρα ο πατέρας μου (1968)