17/9/19

Μάνος Λοΐζος - Τον θυμόμαστε και τον τραγουδάμε πάντα.


Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε νωρίς από τη ζωή στις 17 Σεπτεμβρίου 1982. Άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Μόσχας, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Η πικρή είδηση του θανάτου του, ενώ νοσηλευόταν στη Μόσχα, ανακοινώθηκε στο 8ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Από τα μεγάφωνα ακουγόταν η ανακοίνωση του ΚΣ της ΚΝΕ, που ανέφερε: «Μόλις πριν από λίγο μάθαμε για τον πρόωρο χαμό του γνωστού κι αγαπητού μας συνθέτη Μάνου Λοΐζου. Το ΚΣ της ΚΝΕ εκφράζει τη βαθιά του θλίψη για το θάνατό του. Ο Μάνος Λοΐζος στάθηκε πάντα στο πλευρό του λαϊκού κινήματος. Τα τραγούδια του έχουν βαθιές ρίζες στη λαϊκή μας παράδοση κι εκφράζουν τον καημό, την ελπίδα, την αγάπη, την αποφασιστικότητα του λαού μας για μια καλύτερη ζωή». Τις επόμενες μέρες, συναυλίες και τραγούδια από τις σκηνές και τους χώρους του Φεστιβάλ αφιερώνονταν στη μνήμη του.

Η δημιουργία του έχει ριζώσει στις καρδιές όλων. Τον θυμόμαστε και τον τραγουδάμε πάντα. Στην καθημερινότητά μας, στις εξόδους, στις συναυλίες, στις διαδηλώσεις. Ο Μάνος Λοΐζος υπήρξε μια από τις σημαντικότερες δυνάμεις του νεοελληνικού τραγουδιού, καταθέτοντας μουσική μεγάλης έμπνευσης και ταυτόχρονα οικεία και κοσμαγάπητη. Λάτρης του λυρισμού, όπως έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης, «ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν, καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ, όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου».


Ο Εμμανουήλ Λοΐζος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ήταν το μοναδικό παιδί του Ανδρέα Λοΐζου και της Δέσποινας Μανάκη, κόρης γεωπόνου από τη Ρόδο. 

«Όταν έχω κέφια, είμαι σε θέση να μελοποιήσω ακόμα και τον τηλεφωνικό κατάλογο...»

Με τη μουσική ασχολήθηκε από τα μαθητικά του χρόνια. Γράφτηκε σε τοπικό Ωδείο και άρχισε να μαθαίνει βιολί, αλλά κατέληξε στην κιθάρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας το 1955 ήλθε στην Αθήνα και γράφτηκε αρχικά στη Φαρμακευτική Σχολή και στη συνέχεια στην ΑΣΟΕΕ. Στις αρχές του 1960 ήλθε η μεγάλη στροφή στη ζωή του, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του και να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη μουσική.


«Στην Αλεξάνδρεια, περνούσε σχεδόν κάθε μέρα απ’ το δρόμο που μέναμε ένας γεροβιολιτζής. Τον έχω ακόμα στο μυαλό μου με την άσπρη κελεμπία του και τον άσπρο σκούφο του. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί δικής του κατασκευής με το οποίο έπαιζε μ’ ένα δικό του μοναδικό τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε. Θυμάμαι με τι λαχτάρα τον περιτριγυρίζαμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ώσπου μια μέρα ο πατέρας μου μου αγόρασε ένα απ’ αυτά τα βιολάκια, γιατί αυτή ήταν η δουλειά του γέρου, πουλούσε τέτοια βιολιά. Από τότε βάλθηκα να μάθω βιολί, αλλά πού. Το όργανο αυτό έπαιζε μόνο στα χέρια του γέρου που τα ‘φτιάχνε. Ώσπου βρέθηκα μια μέρα μ’ ένα αληθινό βιολί και άρχισα κανονικά μαθήματα. Μετά ήρθε στο σπίτι – δώρο του θείου – μια κιθάρα και μετά αποχτήσαμε και πιάνο. Κόντευα πια να γίνω ένας σπουδαίος μουσικός! Κάπως έτσι άρχισα και βρέθηκα λίγα χρόνια μετά να ξέρω αρκετή μουσική».

Για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές, από γκαρσόνι σε ταβέρνα μέχρι γραφίστας και διακοσμητής. Το 1962 έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα, ο οποίος μεσολαβεί στη «Φίλιπς» για την ηχογράφηση του πρώτου του τραγουδιού. Είναι το «Τραγούδι του δρόμου», ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου σ' ένα ποίημα του Λόρκα με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο.


Πρωτόγραψα τραγούδια απ’ τα εφηβικά μου χρόνια κι εξακολουθώ να γράφω, κατά κύριο λόγο γιατί αγαπώ το τραγούδι σαν μορφή έκφρασης, σαν μορφή επικοινωνίας και πολιτικής πράξης πολλές φορές.

Το Απρίλιο του 1962 γίνεται ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ), με στόχο τη στήριξη του έργου του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και την προβολή νέων δημιουργών. Στις τάξεις του συλλόγου θα βρεθούν πολύ γρήγορα ο Χρήστος Λεοντής, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Νότης Μαυρουδής, ο Φώντας Λάδης, ο Μάνος Ελευθερίου και πολλοί άλλοι. Αναλαμβάνει τη διεύθυνση της χορωδίας του συλλόγου και με αυτή συμμετέχει το καλοκαίρι στις παραστάσεις της μουσικής επιθεώρησης του Μίκη Θεοδωράκη «Όμορφη Πόλη» που ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία στο Θέατρο Παρκ.

Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου, τη μετέπειτα συγγραφέα παιδικών βιβλίων, γνωστή ως Μάρω Λοΐζου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1966, θα γεννηθεί η κόρη τους Μυρσίνη. Τα επόμενα χρόνια θα είναι αρκετά δημιουργικά για τον συνθέτη. Γράφει τραγούδια και μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Στρατευμένος αγωνιστής, ο Μ. Λοΐζος και με το έργο και τους αγώνες του πορεύτηκε στο πλάι του ΚΚΕ, παλεύοντας για μια δίκαιη κοινωνία. Η στράτευση για τον ίδιο ενσαρκωνόταν στη «διαρκή εξυπηρέτηση της κοινωνικής συνείδησης», όπως έλεγε. «Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μπήκε πολλές φορές στο στόχαστρο των αρχών για τις αριστερές πολιτικές του πεποιθήσεις. Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 συνελήφθη και πέρασε 10 μέρες στα κρατητήρια στης Ασφάλειας. Μέσα στο ξέφρενο κλίμα της μεταπολίτευσης συμμετέχει στις μεγάλες λαϊκές συναυλίες της εποχής και στο τέλος του 1974 κυκλοφορεί το δίσκο «Τα Τραγούδια του Δρόμου», με όλα εκείνα τα τραγούδια του που είτε είχαν απαγορευτεί τα προηγούμενα χρόνια, είτε δεν τους είχε επιτραπεί η ηχογράφηση από τη λογοκρισία της επταετίας. Την τριετία 1974 - 1977 υπήρξε ένας από τους βασικούς εκφραστές του πολιτικού τραγουδιού. Το 1978 αναλαμβάνει την προεδρία της Ένωσης Μουσικοσυνθετών Ελλάδας και πρωτοστατεί στη δημιουργία φορέα είσπραξης των πνευματικών δικαιωμάτων. Τον ίδιο χρόνο παντρεύεται σε δεύτερο γάμο την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.


«Στην, προ της δικτατορίας, περίοδο το τραγούδι μας βρισκόταν σε μια προοδευτική εξέλιξη. Εξηγούμαι: έχουμε τόσο πλούσια μουσική και ποιητική παράδοση, ώστε -πιστεύω- οι νεότερες γενιές βρίσκονται σε πολύ προνομιακή θέση, γιατί έχουν όλη τη δυνατότητα να βασιστούν πάνω της και να προχωράνε. Ο δρόμος (ή, αν θέλεις, ένας δρόμος) είχε χαραχτεί πολύ πετυχημένα από τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την εξέλιξη. Γι’ αυτό και βλέπαμε να γεννιέται μια νέα σειρά συνθετών και ποιητών. Γι’ αυτό βλέπαμε να συνυπάρχουν απ’ το γνήσιο ερωτικό τραγούδι μέχρι το πολιτικό, απ’ τη σάτιρα μέχρι το έπος. Η διάθεση, όμως, που κυριαρχούσε στα τραγούδια μας ήταν διάθεση αγωνιστική, όπως αγωνιστικό ήταν το φρόνημα της νεολαίας – της νεολαίας που δίνει εκείνο τον παλμό, εκείνο το ειδικό βάρος μέσα σε μια κοινωνία (φαινόμενο παγκόσμιο, άλλωστε, αφού κι έξω οργιάζει το τραγούδι διαμαρτυρίας). Αυτή λοιπόν η διάθεση, αυτός ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του τραγουδιού μας, που το έκανε να ‘ναι τόσο αγαπημένο απ’ τον κόσμο, κόπηκε απότομα από τη δικτατορία. Ανέκαθεν το τραγούδι ενοχλούσε την Πολιτεία, γι’ αυτό και η λογοκρισία υπήρχε ανέκαθεν κι εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει. Όμως η δικτατορία το φοβήθηκε ακόμα περισσότερο και το απαγόρευσε· δεν ανεχόταν ούτε καν τον πιο αθώο συμβολισμό (π.χ. την ενοχλούσε το «Όταν λευτερωθεί η Κρήτη»). Όμως η οργή, ο πόνος, η απόφαση να σταθούμε όρθιοι, πολλές φορές έφεραν το αποτέλεσμα τους και στο τραγούδι. Πολλοί -ο καθένας με το μπόι του- κράτησαν γερά. Τώρα, για την περίοδο που διανύουμε από την απελευθέρωση και μετά, έχω να πω πως, απ’ ότι ξέρω, δεν κόβονται τραγούδια από την επιτροπή λογοκρισίας. Υπάρχει όμως η λογοκρισία του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, που είναι και τα πιο πλατιά μέσα ενημέρωσης».


Στην εικοσαετή μουσική του διαδρομή έγραψε μερικά από τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια, συνεργαζόμενος με τους στιχουργούς Γιάννη Νεγρεπόντη, Φώντα Λάδη, Μανώλη Ραούλη, Δημήτρη Χριστοδούλου και Λευτέρη Παπαδόπουλο, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1965 και έγιναν αχώριστοι φίλοι. Τα τραγούδια του, γεμάτα λυρισμό και τρυφερότητα, ερμήνευσαν μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως ο Γιάννης Καλατζής, ο Γιώργος Νταλάρας, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Χάρις Αλεξίου, ο Γιάννης Πουλόπουλος, ο Γιάννης Πάριος, η Μαρία Φαραντούρη, ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Δήμητρα Γαλάνη.





Μάνος Λοΐζος - Τσε 

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα
Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα

Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές

Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές
Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές
Στην καρδία τους
Τσε Γκεβάρα

Κλείσε το παράθυρο

Σφάλισε τις πόρτες
Τρέμω για τον άνθρωπο
Με τις μπότες

Τι ζητά και στους ίσκιους περπατά

Τι ζητά και για σένανε ρωτά
Τι ζητά και το σπίτι μας κοιτά
Κάθε βράδυ
Τσε Γκεβάρα

Τόσα τριαντάφυλλα

Τα `καψε το χιόνι
Αχ αυτή η άνοιξη
Με ματώνει

Πηγή: Φάρος του Πνεύματος