Η εποχή μας θα ονομαστεί η εποχή της νοθείας (Paul Lafargue)

βιογραφία 
Ο Πωλ Λαφάργκ (1842 – 1911) γεννήθηκε στην Κούβα. Ανήκε σε μεσοαστική οικογένεια Γάλλων μιγάδων, που επέστρεψαν στη Γαλλία το 1851.
Ο νεαρός Πωλ τελείωσε το 1859 το γυμνάσιο της Τουλούζης και γράφτηκε στην ιατρική σχολή του Παρισιού. Ασπάζεται αρχικά της αναρχικές απόψεις του Προυντόν, αλλά θα προσχωρήσει στις ριζοσπαστικότερες ιδέες του Καρλ Μάρξ, τον οποίο γνωρίζει τον Φεβρουάριο του 1865 στο Λονδίνο. Θα γίνει γραμματέας του και, το 1868 θα παντρευτεί την δεύτερη κόρη του, Λώρα.
Το 1867 γίνεται μέλος της Διεθνούς και ορίζεται γραμματέας της για τις ισπανικές υποθέσεις.
Μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας καταφεύγει στην Ισπανία, όπου μαίνεται η μάχη μεταξύ μαρξιστών και αναρχικών στους κόλπους της Διεθνούς.
Το 1880 επιστρέφει στη Γαλλία και δημοσιεύει το πολύκροτο έργο του Το δικαίωμα στην Τεμπελιά σε συνέχειες. Το 1882 συγγράφει μαζί με τον Ζυλ Γκεντ το οικονομικό πρόγραμμα του νεοϊδρυθέντος Γαλλικού Εργατικού Κόμματος. Ζητούν:
καθιέρωση μίας ημέρας ανάπαυσης την εβδομάδα, απαγόρευση της παιδικής εργασίας για ανήλικους κάτω των 14 και περιορισμός της εργασίας των ενηλίκων στις 8 ώρες (η αργία μιας ημέρας καθιερώνεται, τελικά, στη Γαλλία το 1906 και το 8ωρο το 1909).
Το 1891 θα εκλεγεί βουλευτής στην Λιλ.
Τα τελευταία του χρόνια αφιερώνεται στη συγγραφή άρθρων και βιβλίων. Ανάμεσά τους:
Η εξέλιξη της ιδιοκτησίας – Από τον πρωτογονισμό στον πολιτισμό,
Η χρεοκοπία του καπιταλισμού,
Το σοσιαλιστικό ιδεώδες.
Στις 26 Νοεμβρίου 1911 το ζεύγος Λαφαργκ αυτοκτονεί με ένεση υδροκυανίου, όντας ακόμα “υγιείς στο σώμα και στο πνεύμα”.
Στο σημείωμα που άφησε ο Πωλ, εξηγεί:
“Εδώ και χρόνια είχα αναλάβει τη δέσμευση απέναντι στον εαυτό μου να μην περάσω τα 70”
Στην κηδεία του παρευρέθησαν 20.000 άνθρωποι.
Ωστόσο το έργο του αγνοήθηκε στα επόμενα χρόνια από το κομμουνιστικό κίνημα, ενώ γνώρισε καλύτερη τύχη μεταξύ των ανεξάρτητων σοσιαλιστών, των αναρχικών και των αριστεριστών.


Η εποχή μας θα ονομαστεί η εποχή της νοθείας

Το μεγάλο πρόβλημα της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι πια να βρουν παραγωγούς και να δεκαπλασιάσουν τις δυνάμεις τους, αλλά να ανακαλύψουν καταναλωτές, να τους ερεθίσουν τις επιθυμίες και να τους επιβάλουν πλαστές ανάγκες.

Όλα αυτά τα προϊόντα μας είναι νοθευμένα για να διευκολύνουν τη διοχέτευση και να συντομεύουν τη διάρκεια χρήσης τους. Η εποχή μας θα ονομαστεί η εποχή της νοθείας, όπως οι πρώτες περίοδοι της ανθρωπότητας ονομάστηκαν η εποχή του λίθου, του χαλκού, σύμφωνα με το χαρακτήρα της παραγωγής τους.

Όμως το καθετί είναι ανίσχυρο, τίποτα, τίποτα δεν είναι αρκετό ώστε να απορροφηθούν τα βουνά από προϊόντα που στοιβάζονται, πιο ψηλά και πιο τεράστια από τις πυραμίδες της Αιγύπτου.
Τότε, επειδή υπάρχει πληθώρα εμπορευμάτων και έλλειψη αγοραστών, τα εργοστάσια κλείνουν και η πείνα μαστιγώνει τους εργατικούς πληθυσμούς με το μυριόλουρο βούρδουλά της κι αυτοί οι εξαθλιωμένοι που μόλις και μετά βίας, έχουν την δύναμη να στέκονται στα πόδια τους, πουλάνε δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες δουλειάς δυο φορές φτηνότερα απ’ όσο όταν είχαν ψωμί στο τραπέζι.

Όλα τα χρόνια, σε όλες τις βιομηχανίες, τα φαινόμενα ανεργίας επανέρχονται με την κανονικότητα των εποχών. Τη δολοφονική για τον οργανισμό εντατική δουλειά διαδέχεται η απόλυτη αργία, για δυο και τέσσερις μήνες, και όσο είναι το μεροδούλι, τόσο είναι και το μεροφάι.

Και οι φιλάνθρωποι της βιομηχανίας ολοένα επωφελούνται από τις περιόδους της ανεργίας, για να παράγουν σε καλύτερη τιμή.

Αν οι βιομηχανικές κρίσεις ακολουθούν τις περιόδους της εντατικής δουλειάς με τον ίδιο απαρέγκλιτο τρόπο όπως η νύχτα διαδέχεται τη μέρα, κουβαλώντας πίσω τους την υποχρεωτική ανεργία και τη δυστυχία χωρίς διαφυγή, φέρνουν επίσης και την αμείλικτη χρεοκοπία.
 Όσο ο εργοστασιάρχης έχει πίστωση, υποκύπτει στη λύσσα της δουλειάς, δανείζεται και ξαναδανείζεται για να προμηθεύει με πρώτη ύλη τους εργάτες. Παράγει χωρίς να λαμβάνει υπόψη του πως η αγορά ξεχειλίζει από την ποσότητα και πως αν τα εμπορεύματα δεν καταφέρουν να πωληθούν, τα γραμμάτια τους θα λήξουν και θα διαμαρτυρηθούν.
[...]
Μέχρι εδώ, το καθήκον μου ήταν εύκολο, δεν είχα παρά να περιγράψω τα υπαρκτά βάσανα που όλοι γνωρίζουμε καλά, αλίμονο!
Αλλά να πείσω το προλεταριάτο πως η συλλογιστική με την οποία έχουν μπολιάσει την σκέψη του είναι διεφθαρμένη, πως η ξέφρενη δουλειά στην οποία έχει παραδοθεί από την αρχή του αιώνα είναι η πιο φρικτή θεομηνία που έχει ποτέ χτυπήσει την ανθρωπότητα, πως η δουλειά δεν θα γίνει ένα εύγευστο καρύκευμα της τεμπελιάς, μια ευεργετική άσκηση για τον ανθρώπινο οργανισμό, ένα χρήσιμο πάθος για τον κοινωνικό οργανισμό, παρά μόνο όταν θα είναι σοφά κανονισμένη και περιορισμένη σε τρεις ώρες την ημέρα, το πολύ - αυτό είναι ένα καθήκον δύσκολο, υπεράνω των δυνάμεων μου.

Οι φιλόσοφοι της Αρχαιότητας δίδασκαν την περιφρόνηση για την δουλειά,
αυτόν τον ατιμωτικό υποβιβασμό του ελεύθερου ανθρώπου΄ οι ποιητές υμνούσαν την τεμπελιά, αυτό το δώρο των Θεών:
O, Meliboe, Deus nobis haec otia fecif.
“ Ω, Μελίβοια [αρχαία πόλη της Θεσσαλίας], κάποιος Θεός μας πρόσφερε αυτή την αργία”,
Βιργίλιος, Βουκολικά

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι διαπληκτίζονταν σχετικά με την καταγωγή των ιδεών, αλλά συμφωνούσαν
σ’ ό,τι αφορούσε τον αποτροπιασμό τους για τη δουλειά.

Η “φύση”, λέει ο Πλάτων στην κοινωνική του ουτοπία, στην υποδειγματική Πολιτεία του, “η φύση δεν έχει δημιουργήσει ούτε υποδηματοποιούς, ούτε σιδηρουργούς΄ παρόμοιες απασχολήσεις υποβιβάζουν τους ανθρώπους που τις εξασκούν σε άθλιους μισθοφόρους, ανώνυμους δυστυχισμένους που αποκλείονται, λόγω του ίδιου του επαγγέλματος τους, ακόμα και από τα πολιτικά δικαιώματα. Σ΄ ότι αφορά τους εμπόρους που είναι συνηθισμένοι να λένε ψέματα και να εξαπατούν, τους ανεχόμαστε μέσα στην πόλη σαν ένα αναγκαίο κακό.



Paul Lafargue


Το δικαίωμα στην Τεμπελιά

συνεχίζετε και με άλλα κείμενα του


Σχόλια