Για να εισακούγονται οι προσευχές μας, οφείλουμε να καταθέτουμε στα πόδια του Κεφαλαίου τη θέληση, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας.

Ε: Οι εκλεκτοί ανήκουν σε κάποια διαφορετική φυλή από σένα;
Α: Οι καπιταλιστές είναι πλασμένοι από τον ίδιο πηλό με τους μισθωτούς. Έχουν όμως επιλεγεί μεταξύ μυριάδων ανθρώπων ως ξεχωριστοί.

Ε: Τι έχουν κάνει για να αξίζουν μια τέτοια διάκριση;
Α: Τίποτα. Ο Θεός επιδεικνύει την παντοδυναμία του χαρίζοντας την εύνοια του σ’ εκείνον που δεν έκανε το παραμικρό για να την κερδίσει.

Ε: Το Κεφάλαιο είναι λοιπόν άδικο;
Α: Το Κεφάλαιο είναι η δικαιοσύνη προσωποποιημένη. Αλλά η δικαιοσύνη του υπερβαίνει την περιορισμένη νόησή μας. Αν το Κεφάλαιο ήταν ήταν υποχρεωμένο να παραχωρεί την εύνοιά του σε όσους το αξίζουν, δεν θα ήταν ελεύθερο, η δύναμή του θα είχε όρια. Το Κεφάλαιο επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του επιλέγοντας τους εκλεκτούς του, τα αφεντικά και τους καπιταλιστές, μέσα από το σωρό των ανίκανων, των κηφήνων και των αχρείων.

Ε: Πώς σε τιμωρεί ο Θεός σου;
Α: Καταδικάζοντάς με στην ανεργία. Είμαι αφορισμένος τότε. Μου απαγορεύει το κρέας, το κρασί και τη φωτιά. Λιμοκτονούμε, εγώ, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου.

Ε: Τι αμαρτήματα πρέπει να διαπράξεις για να σου αξίζει ο αφορισμός της ανεργίας;
Α: Κανένα. Το Κεφάλαιο καταδικάζει στην ανεργία όποιον βούλεται, χωρίς ο αδύναμος νους μας να μπορεί να συλλάβει το λόγο.

Ε: Ποιές είναι οι προσευχές σου;
Α: Δεν προσεύχομαι με λόγια. Η δουλειά είναι η προσευχή μου. Κάθε προφορική προσευχή θα διατάρασσε την αποδοτική προσευχή μου που είναι η δουλειά, η μόνη προσευχή που αρέσει στο Κεφάλαιο διότι είναι η μόνη χρήσιμη, η μόνη που το συμφέρει, η μόνη που δημιουργεί υπεραξία.

Ε: Που προσεύχεσαι;
Α: Παντού: στη θάλασσα και στη στεριά, κάτω απ’ τη γη στους αγρούς, στα ορυχεία, στα εργαστήρια και στα μαγαζιά.

Για να εισακούγονται οι προσευχές μας, οφείλουμε να καταθέτουμε στα πόδια του Κεφαλαίου τη θέληση, την ελευθερία και την αξιοπρέπειά μας.
Μόλις ακούμε το καμπανάκι ή το σφύριγμα της μηχανής, πρέπει να τρέχουμε, κι ενόσω προσευχόμαστε, πρέπει σαν αυτόματα να κουνάμε χέρια και πόδια, να κοντανασαίνουμε και να ιδροκοπάμε, να καταπονούμε τους μύες μας και να εξαντλούμε τα νεύρα μας.
Πρέπει να ‘μαστε ταπεινόφρονες, να υπομένουμε πειθήνια τα ξεσπάσματα και τις βρισιές του ιδιοκτήτη και των μπιστικών του, αφού αυτοί έχουν πάντα δίκιο, ακόμα κι όταν μας φαίνεται πως έχουν έχουν άδικο.
Πρέπει να ευχαριστούμε το αφεντικό όταν περικόπτει τους μισθούς και παρατείνει το ωράριο εργασίας, ό,τι κάνει είναι δίκαιο και για το δικό μας καλό. Πρέπει να είμαστε περήφανοι όταν χαϊδεύει τις γυναίκες και τις κόρες μας, αφού ο Θεός μας, το Κεφάλαιο, του έχει δώσει δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των εργατών, καθώς και το δικαίωμα να βάζει χέρι στις εργάτριες.
Αντί ν’ αφήσουμε κάποιο παράπονο να ξεφύγει από τα χείλη μας, αντί να επιτρέψουμε στην οργή να κάνει το αίμα μας να βράσει, αντί να απεργήσουμε, αντί να ξεσηκωθούμε, πρέπει να υπομένουμε όλες τις κακουχίες, να τρώμε το βρόμικο ψωμί μας και να πίνουμε το λασπωμένο νερό μας, διότι για να τιμωρεί την αυθάδειά μας το Κεφάλαιο έχει οπλίσει τα αφεντικά με κανόνια και σπαθιά, με φυλακές και κάτεργα, με λαιμητόμους και εκτελεστικά αποσπάσματα.

Ε: Θα λάβεις κάποια ανταμοιβή μετά θάνατον;
Α: Ναι. Μια πολύ μεγάλη ανταμοιβή. Όταν πεθάνω, το Κεφάλαιο θα με αφήσει να κάτσω και να ξεκουραστώ. Δεν θα υποφέρω πια ούτε απ’ το κρύο ούτε από την πείνα. Δεν θα αγωνιώ πια για το μεροδούλι – μεροφάι. Θα απολαμβάνω την αιώνια ανάπαυση του τάφου.


PAUL LAFARGUE

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Διαβάστε περισσότερα

Σχόλια