O λογαριασμός των μέτρων και ποιοι θα τον πληρώσουν


Τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ήθελε να επιτύχει η ελληνική κυβέρνηση θα έχει το πακέτο με τα μέτρα και τα αντίμετρα. Επί δύο χρόνια, το υπουργείο Οικονομικών περνάει διατάξεις που επιβαρύνουν κυρίως τη μεσαία τάξη αλλά και τον επιχειρηματικό κόσμο της χώρας. Αυτή τη φορά όμως, ο «λογαριασμός» θα φτάσει στους χαμηλόμισθους και στους χαμηλοσυνταξιούχους, ειδικά αυτούς που δεν έχουν προστατευόμενα μέλη ενώ οι επιχειρήσεις αλλά και αυτοί που δηλώνουν τα υψηλότερα εισοδήματα, μπορεί να τύχουν ακόμη και φορολογικών ελαφρύνσεων.
To πακέτο των μέτρων και των αντίμετρων βρίσκεται σε φάση οριστικοποίησης καθώς οι αντεγκλήσεις που προκαλούν και τις καθυστερήσεις στο κλείσιμο της τεχνικής συμφωνίας, αφορούν κυρίως στη «δοσολογία» (δηλαδή πότε θα γίνει η περικοπή των συντάξεων και πότε η περικοπή του αφορολογήτου) και όχι τόσο στο περιεχόμενο το οποίο ουσιαστικά έχει «κλειδώσει». Από τις πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει μέχρι στιγμής, είναι προφανής ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας:
  1. Η ενσωμάτωση στο πακέτο με τα «θετικά μέτρα» της μείωσης του πρώτου συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% που είναι σήμερα, στο 20%, θα ευνοήσει όλους ανεξαιρέτως τους φορολογούμενους που δηλώνουν ατομικό εισόδημα πάνω από το επίπεδο του νέου αφορολογήτου (σ.σ πιθανότατα η έκπτωση φόρου κλειδώνει στα 1300 ευρώ που μεταφράζεται σε αφορολόγητο 5910 ευρώ με τον πρώτο συντελεστή στο 22% ή στα 6.500 ευρώ με τον πρώτο συντελεστή στο 20%). Υπενθυμίζεται ότι ο συντελεστής του 22% εφαρμόζεται σήμερα για το τμήμα του εισοδήματος μέχρι και τις 20.000 ευρώ. Όμως, επειδή το εισόδημα φορολογείται κλιμακωτά, ωφελημένοι από τη μείωση του συντελεστή θα βγουν ακόμη και αυτοί που δηλώνουν πολύ υψηλά εισοδήματα. Είναι ενδεικτικό ότι παρά τη μείωση του αφορολογήτου, όσοι –ελάχιστοι- δηλώνουν εισοδήματα πάνω από 170.000 ευρώ τον χρόνο, όχι μόνο δεν θα πληρώσουν επιπλέον φόρο αλλά θα έχουν και φορολογική ελάφρυνση λόγω της μείωσης του φορολογικού συντελεστή η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και στα 400 ευρώ τον χρόνο. Δηλαδή, στο καλύτερο σενάριο που προβλέπει τη μείωση του αφορολογήτου –έστω και σταδιακά στα δύο χρόνια, 2019 και 2020- αλλά και τη μείωση του πρώτου συντελεστή της κλίμακας από το 22% στο 20%- οι πολλοί που δηλώνουν εισοδήματα της τάξεως των 10.000 ευρώ θα επιβαρυνθούν με πρόσθετο φόρο της τάξεως των 300-400 ευρώ και οι λίγοι που δηλώνουν πολύ υψηλές αποδοχές άνω των 170.000 ευρώ θα κερδίσουν έως και 400 ευρώ.
  2. Οι επιχειρήσεις θα βγουν κερδισμένες καθώς στη περίπτωση που δημιουργηθεί ο δημοσιονομικός χώρος για την εφαρμογή των «θετικών μέτρων» (σ.σ αυτό θα γίνει αν στο τέλος του 2018 κριθεί ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα κλείσει στο 3,5% το 2019 ή αν στο τέλος του 2019 προκύψει το ίδιο για το 2020) ο φορολογικός συντελεστής θα μειωθεί από το 29% που είναι σήμερα στο 26%. Δημοσιονομικά, αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα ελαφρυνθούν κατά τουλάχιστον 350-400 εκατ. ευρώ τον χρόνο δεδομένου ότι ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων αποδίδει περίπου 4 δις. ευρώ τον χρόνο. Ειδικά κατά το πρώτο έτος εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών το όφελος για τις επιχειρήσεις θα είναι πολύ σημαντικό καθώς εκτός από τη μείωση του συντελεστή, θα ψαλιδιστεί και η προκαταβολή φόρου για την επόμενη χρονιά. Στις 100.000 ευρώ κέρδος, η εταιρεία θα έχει ήδη πληρώσει από το προηγούμενο έτος 29.000 ευρώ ως προκαταβολή. Έτσι, με το που θα γίνει η μείωση του συντελεστή η εταιρεία θα επιβαρυνθεί –για τα ίδια κέρδη- με 26.000 ευρώ φόρο και 26.000 ευρώ προκαταβολή για το επόμενο έτος. Θα αφαιρέσει όμως τα 29.000 ευρώ που έχουν ήδη προκαταβληθεί  και τελικώς θα εκταμιεύσει 23.000 ευρώ αντί για 29.000 που θα πλήρωνε χωρίς τη μείωση του συντελεστή.
  3. Για τον ΕΝΦΙΑ, η κυβέρνηση φέρεται να έχει εξασφαλίσει την έγκριση να προχωρήσει σε μείωση του βεβαιωθέντος ποσού κατά 200 εκατ. ευρώ. Με βάση τις αξίες του 2016, το συνολικό ποσό που βεβαιώνεται στους περίπου έξι εκατομμύρια ιδιοκτήτες, ανέρχεται στα 3,2 δις. ευρώ. Έτσι, δημιουργείται το περιθώριο για μείωση του συνολικού φόρου περίπου κατά 6%. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει εξαγγείλει από το βήμα της ΔΕΘ ότι θέλει να απαλλάξει από τον ΕΝΦΙΑ όσους δηλώνουν εισοδήματα έως 9000 ευρώ. Πρόκειται για  περίπου 1,3 εκατομμύρια ιδιοκτήτες οι οποίοι και σήμερα έχουν έκπτωση φόρου κατά 50%. Η απαλλαγή αυτών των προσώπων από την επιβάρυνση του ΕΝΦΙΑ, έχει δημοσιονομικό κόστος της τάξεως των 90 εκατ. ευρώ. Αν υλοποιηθεί αυτή η κυβερνητική δέσμευση, «περισσεύουν» και περίπου 110 εκατ. ευρώ για πρόσθετες μειώσεις στους συντελεστές του ΕΝΦΙΑ. Αυτά τα ποσά όμως, δεν είναι δεδομένο ότι θα κατευθυνθούν στους οικονομικά ασθενέστερους καθώς κατά τον υπολογισμό του ΕΝΦΙΑ δεν λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα. Το βασικό κριτήριο υπολογισμού του φόρου είναι η περιοχή στην οποία βρίσκεται (δηλαδή η τιμή ζώνης) και η επιφάνειά του. Είναι προφανές ότι ένα ακίνητο σε μια φθηνή περιοχή της χώρας, μπορεί να ανήκει ακόμη και σε έναν μεγαλοιδιοκτήτη οπότε ακόμη και αν μειωθεί ο φόρος ανά τετραγωνικό στις οικονομικότερες περιοχές της χώρας είναι πολύ πιθανό να τύχουν καλύτερης μεταχείρισης και οι πιο εύποροι φορολογούμενοι.
Οι συνέπειες στα χαμηλότερα στρώματα
Τη ίδια στιγμή που οι μέτοχοι των επιχειρήσεων, οι υψηλόμισθοι και –πιθανώς- ορισμένοι ιδιοκτήτες ακινήτων θα ευνοούνται, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι, θα καλούνται να χάσουν σημαντικό τμήμα του εισοδήματός τους. Ειδικά οι συνταξιούχοι που θα υποστούν απώλειες και από τη μείωση του αφορολογήτου αλλά και από τη μείωση της ονομαστικής σύνταξης, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με απώλεια άνω της μιας σύνταξης. Ειδικότερα:
  1. Από μόνη της, η μείωση της φορολογικής έκπτωσης στα 1300 ευρώ (από 1900 ευρώ που είναι σήμερα) προκαλεί οριζόντια αύξηση του φόρου εισοδήματος κατά 600 ευρώ τον χρόνο. Για τους χαμηλόμισθους και τους χαμηλοσυνταξιούχους, η μείωση αυτή μπορεί να αντιστοιχεί στο 5-6% του ετήσιου εισοδήματος ενώ όσο μεγαλύτερο είναι το εισόδημα τόσο μικρότερη είναι η επιβάρυνση αναλογικά. Έτσι, σε ετήσιο εισόδημα 8.000 ευρώ, ο φόρος από μηδενικός που είναι ανεβαίνει στα 460 ευρώ ενώ για εισόδημα 9000 ευρώ, από 80 ευρώ που είναι σήμερα ο φόρος ανεβαίνει στα 680 ευρώ με τη μείωση του ετήσιου εισοδήματος να εκτοξεύεται στο 6,67%. Αν επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος και ενεργοποιηθεί η μείωση του συντελεστή από το 22% στο 20%, τότε ο μισθωτός ή ο συνταξιούχος που δηλώνει εισόδημα 8000 ευρώ, αντί για 460 ευρώ επιπλέον, θα επιβαρυνθεί με 300 ευρώ ενώ ο εργαζόμενος των 10000 ευρώ αντί για 900 ευρώ θα επιβαρυνθεί με 700 ευρώ, δηλαδή 200 ευρώ λιγότερα (σ.σ σήμερα στις 10.000 ευρώ αντιστοιχεί φόρος 300 ευρώ). Είναι σαφές επομένως ότι οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι θα επιβαρυνθούν ακόμη και αν ισχύσουν και τα θετικά μέτρα.
  2. Η μεγάλη απειλή για τους συνταξιούχους είναι η μείωση της ονομαστικής σύνταξης η οποία είναι εξαιρετικά πιθανό να ξεκινήσει από το 2019. Η «συνταγή» μείωσης, δεν έχει αποφασιστεί ακόμη καθώς οι θεσμοί απαιτούν την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς. Αυτό όμως, ειδικά για συνταξιούχους του ΤΕΒΕ και του δημοσίου, μπορεί να μεταφράζεται ακόμη και σε μειώσεις της σύνταξης της τάξεως του 10-15% ή και ακόμη περισσότερο. Κίνδυνος μεγάλων περικοπών, υπάρχει και για τις συντάξεις χηρείας αλλά και για τις αναπηρικές καθώς ο τρόπος υπολογισμού αυτών των συντάξεων με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου, βγάζει πολύ μικρότερα ποσά σε σχέση με το καθεστώς υπολογισμού που ίσχυε πριν από τον Μάιο του 2016 οπότε και ενεργοποιήθηκε ο νέος ασφαλιστικός νόμος. Συνταξιούχος με ετήσιες αποδοχές από συντάξεις της τάξεως των 15.000 ευρώ, εισπράττει σήμερα καθαρά περίπου 13.534 ευρώ μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος. Αν οι ονομαστικές αποδοχές του περιοριστούν από τις 15.000 ευρώ, στις 13.000 ευρώ, τότε τα καθαρά που θα του απομένουν (μετά την αφαίρεση του φόρου εισοδήματος ο οποίος πλέον θα υπολογίζεται με το μειωμένο αφορολόγητο) θα είναι 11678 ευρώ. Δηλαδή, ο συνταξιούχος των 15.000 ευρώ θα πρέπει να συμβιβαστεί με 1856 ευρώ λιγότερα ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 14% του ετήσιου εισοδήματος. Ουσιαστικά, χάνεται ολόκληρη η 12ησύνταξη και το μεγαλύτερο μέρος της 11ης.
Το «καλάθι» με τα θετικά μέτρα, θα περιλαμβάνει και αρκετές «στοχευμένες» παρεμβάσεις οι οποίες και θα αποσκοπούν στο να μετριάσουν τις απώλειες εισοδήματος για συγκεκριμένες κατηγορίες χαμηλόμισθων και συνταξιούχων. Ειδικά για τους τελευταίους που φαίνεται ότι θα αποτελέσουν και τα μεγαλύτερα θύματα αυτού του πακέτου μέτρων προωθείται η μείωση της εισφοράς για τα φάρμακα (σ.σ θα μηδενιστεί για συντάξεις κάτω των 700 ευρώ ενώ θα μειωθεί κατά 25-50% για συντάξεις άνω των 700 ευρώ). Προφανώς το όφελος δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί καθώς εξαρτάται από την κατανάλωση φαρμάκων του κάθε συνταξιούχου.
Για τις οικογένειες με παιδιά, προωθείται η αύξηση του επιδόματος που καταβάλλεται μέσω του ΟΓΑ από τα επίπεδα των 26-40 ευρώ ανά παιδί που είναι σήμερα, ειδικά για τους χαμηλόμισθους. Αντίστοιχη εισήγηση, είχε κάνει με την έκθεσή της και η Παγκόσμια Τράπεζα. Για τις οικογένειες με παιδιά, η αύξηση του επιδόματος μπορεί ακόμη και να εκμηδενίσει τις απώλειες από τη μείωση της φορολογικής έκπτωσης. Το δημοσιονομικό κόστος αυτού του μέτρου που εντάσσεται στο «καλό πακέτο» μπορεί να φτάσει και στα 400 εκατ. ευρώ. Ωφελημένες θα βγουν οι οικογένειες των χαμηλόμισθων και των χαμηλοσυνταξιούχων και από την επαναφορά του επιδόματος θέρμανσης στα επίπεδα του 2014 με τη δαπάνη να ανεβαίνει και πάλι στα 200 εκατ. ευρώ (από 110 εκατ. ευρώ που είναι σήμερα). Ο διπλασιασμός της δαπάνης, θα οδηγήσει πιθανότατα και σε αύξηση του ποσού της επιδότησης ανά λίτρο. Στοχευμένο, τέλος, για τις οικογένειες με μικρά παιδιά θα είναι και το επίδομα βρεφονηπιακού σταθμού ώστε το κόστος να είναι μηδενικό.
Πηγή

Σχόλια