Ο επιχειρηματικός πόλεμος της …φραντζόλας



Με μαγιά τις συνολικές επενδύσεις ύψους 21 εκατ. ευρώ την τριετία 2013-2016, τρεις βιομηχανίες, οι Καραμολέγκος, Elbisco και Ε.Ι. Παπαδοπούλου «ζυμώνουν» την κατηγορία του συσκευασμένου ψωμιού, προσβλέποντας στη διεκδίκηση μεγαλύτερου μεριδίου σε μια αγορά που αγγίζει το 1,1 δισ. ευρώ. Βασικό όπλο αποτελεί το ψωμί του τοστ, κατηγορία η οποία αφενός «πριμοδοτείται» στην περίοδο της ύφεσης, αφετέρου δείχνει αντοχές διατηρώντας ανοδική πορεία ακόμα και κατά τη διάρκεια της «απουσίας» του δικτύου της Μαρινόπουλος. Ταυτόχρονα τα νέα λανσαρίσματα που αφορούν άλλους κωδικούς της κατηγορίας, όπως ψωμί για sandwich και burgers, κινούνται στην κατεύθυνση της περαιτέρω ενίσχυσης συνολικά της πίτας του συσκευασμένου ψωμιού.
Όπως αναφέρουν στη σημερινή έκδοση της «Ναυτεμπορικής» αναλυτές του κλάδου, η διακοπή της λειτουργίας της Nutriart το 2013 «τάραξε» τα νερά σε μια αγορά η οποία για πολλά χρόνια ήταν σταθερή. Η αρχή έγινε με την απόφαση της Ε.Ι. Παπαδοπούλου να εισέλθει στην κατηγορία του συσκευασμένου ψωμιού, διεκδικώντας ισχυρή παρουσία. Τρία χρόνια αργότερα, η Καραμολέγκος -μολονότι διατηρεί τα ηγετικά μερίδια στο συσκευασμένο ψωμί του τοστθωρακίζει περαιτέρω τη θέση της, εξαγοράζοντας το ιστορικό σήμα Κατσέλης και στα τέλη του 2016, κάνει ένα δυναμικό επαναλανσάρισμα στην αγορά. Ταυτόχρονα διευρύνει και την γκάμα του σήματος Καραμολέγκος. Στο ίδιο διάστημα η Elbisco δε μένει παρατηρητής, αλλά επικεντρώνει τους σχεδιασμούς της στην ενίσχυση του προϊοντικού της χαρτοφυλακίου και προχωρά σε δυναμικά λανσαρίσματα ψωμιού όπως για sandwich και burger. Και οι τρεις εταιρείες σε διάστημα τριών ετών διέθεσαν σημαντικά κεφάλαια στην παραγωγή του ψωμιού. Συγκεκριμένα η αρχική επένδυση της Ε.Ι. Παπαδοπούλου για την είσοδο στην κατηγορία ανήλθε στα 6 εκατ. ευρώ για την εγκατάσταση νέας μονάδας παραγωγής στο εργοστάσιο στα Οινόφυτα. Η Elbisco στα τέλη του 2014 εγκαινίασε τη νέα γραμμή παραγωγής ψωμιού στη μονάδα στο Πικέρμι, επένδυση 5 εκατ. ευρώ, ενώ το επαναλανσάρισμα της Κατσέλης από την Καραμολέγκος συνοδεύτηκε από κεφάλια 10 εκατ. ευρώ τη διετία 20152016, που αφορούν μεταξύ άλλων την εγκατάσταση νέας μονάδας παραγωγής στο Κορωπί. Επισημαίνεται ότι οι εν λόγω επενδύσεις αφορούν αμιγώς την κατηγορία του ψωμιού και δε προσμετρούν επιπλέον κεφάλαια τα οποία κάθε εταιρεία διαθέτει για τη στήριξη άλλων δραστηριοτήτων της. Σε επίπεδο «αποδόσεων» οι επενδυτικοί σχεδιασμοί των εταιρειών δείχνουν να κινούνται στο πλαίσιο των προσδοκιών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Παπαδόπουλος απολαμβάνει ήδη ένα μερίδιο που αγγίζει το 6%, ενώ το σήμα Κατσέλης στους πρώτους μήνες του λανσαρίσματός του έχει ήδη κατακτήσει ένα μέσο μερίδιο 5,1%. «Η απόφαση των εταιρειών να διαθέσουν νέες επιλογές στον καταναλωτή έδωσε σημαντική ανάπτυξη στην κατηγορία του συσκευασμένου ψωμιού της τάξεως του 12%, και δη στα επώνυμα είδη. Παράλληλα, ενισχύθηκαν και υποκατηγορίες συσκευασμένου ψωμιού πέρα από τις φέτες για τοστ, όπως τα ψωμιά για burgers, που καταγράφουν αύξηση όγκου κατά 25%» σημειώνουν αναλυτές της αγοράς. Την αγορά του άρτου και των αρτοσκευασμάτων «φλερτάρει» και η οργανωμένη λιανική τροφίμων, καθώς ήδη ορισμένες αλυσίδες έχουν αναπτύξει δραστηριότητα στην κατηγορία, η οποία μάλιστα καταγράφει αυξητικές τάσεις, μετά την άρση αρκετών περιορισμών ειδικά σε ό,τι αφορά το λεγόμενο bake off (ολοκλήρωση έψησης κατεψυγμένης ζύμης εντός των σούπερ μάρκετ). Εξάλλου, εξαιρετικά υψηλά είναι, τα μερίδια του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων σε προϊόντα αρτοποιίας, όπως: ψωμί τοστ (88%), πίτες (32%), παξιμάδια-φρυγανιές (75%), κουλούρια (38%). Αντίστοιχα, θέση «μάχης» έχουν πάρει και οι αλυσίδες καταστημάτων αρτοποιού που επενδύουν σημαντικά κεφάλαια, ενισχύοντας τη παρουσία τους με νέα σημεία πώλησης αλλά κυρίως εμπλουτίζοντας την προϊοντική γκάμα που προσφέρουν στους καταναλωτές. Από την πλευρά τους οι παραδοσιακοί φούρνοι, το τελευταίο διάστημα έχουν περάσει στην αντεπίθεση εφοδιάζοντας τα αρτοποιεία της γειτονιάς με ειδικό σήμα «εδώ ζυμώνεται, εδώ ψήνεται» για να επισημάνουν στους καταναλωτές ότι το ψωμί που διαθέτουν είναι φρέσκο, προβάλλοντας το βασικότερο ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα έναντι των τυποποιημένων προϊόντων.
Πηγή


Σχόλια