Αμετάκλητα αντιλαϊκή πορεία


Στη Ρώμη συγκαλείται αύριο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε μια επετειακή συνεδρίαση για τα εξήντα χρόνια από την υπογραφή της ομώνυμης Συνθήκης το 1957, που θεμελίωσε την ιμπεριαλιστική ΕΕ. Το κλίμα, βέβαια, δεν είναι και τόσο ...πανηγυρικό, παίρνοντας υπόψη τις δυσκολίες που έχει η καπιταλιστική οικονομία να ανακάμψει, αλλά και τους κλιμακούμενους ανταγωνισμούς και τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη - μέλη και παγκόσμια, που τροφοδοτούν συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για το παρόν και το μέλλον της λυκοσυμμαχίας.
Η έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ και η ενίσχυση του αστικού ρεύματος του «ευρωσκεπτικισμού» σε άλλες χώρες δυναμώνουν τις φυγόκεντρες τάσεις, την ίδια ώρα που στο τραπέζι της Συνόδου βρίσκονται τα διάφορα σενάρια για την «επόμενη μέρα». Κυρίαρχο είναι αυτό της μετεξέλιξης της ΕΕ σε μια ένωση «πολλαπλών ταχυτήτων». Ακόμα όμως και σ' αυτό, τα ισχυρότερα και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους κράτη - μέλη δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο και προσανατολισμό, ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.
Σε αδρές γραμμές, το σενάριο μιας διαφοροποιημένης ένωσης πάνω σε επιμέρους ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως η Άμυνα και η Ασφάλεια, γίνεται προσπάθεια να απαντήσει στην ανάγκη διατήρησης της συνοχής της ΕΕ, μέσα από προσαρμογές και εύθραυστους συμβιβασμούς, που δεν αναιρούν τις αντιθέσεις ανάμεσα σε ισχυρά κράτη - μέλη ή σε ομάδες κρατών.
Ουσιαστικά, αποκαλύπτεται η ανισομετρία που υπάρχει στο εσωτερικό της ΕΕ ως ένωσης ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη με διαφορετική οικονομική, πολιτική, στρατιωτική δύναμη, με διαφορετικές και αντιτιθέμενες σε αρκετές περιπτώσεις επιδιώξεις και συμφέροντα. Η προσπάθεια διατήρησης της συνοχής γίνεται με το σκεπτικό ότι έτσι μπορούν καλύτερα τα ξεχωριστά ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη να συμμετέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό με άλλα καπιταλιστικά κέντρα, παλιά (π.χ. ΗΠΑ) και ανερχόμενα (π.χ. Κίνα).
Οι «πολλαπλές ταχύτητες» και τα διαφορετικά επίπεδα συνεργασίας υπηρετούν την ανάγκη των καπιταλιστικών κρατών για μεγαλύτερη αυτονομία στη διαμόρφωση της δημοσιονομικής τους πολιτικής και των διακρατικών οικονομικών σχέσεων.
Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, δηλώνει ανήσυχη για την «τάση (...) μιας Ευρώπης "α λα καρτ", στην οποία ο καθένας θα επιδιώκει να αποσπά το μέγιστο των ωφελημάτων (...) αλλά να συνεισφέρει, από την πλευρά του, επιλεκτικά», όπως γράφει ο πρωθυπουργός σε πρόσφατο άρθρο του, προβάλλοντας μια ΕΕ «πολλαπλών επιλογών», με σεβασμό όμως «των συνθηκών, των κανόνων και των διαδικασιών που ισχύουν σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της Συνθήκης της Λισαβόνας, που είναι σήμερα το "σύνταγμα" της ΕΕ».
Η κυβέρνηση εμφανίζεται «βασιλικότερη του βασιλέως» σε ό,τι αφορά την πολιτική και οικονομική εμβάθυνση της ΕΕ, για να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης στην Ελλάδα, παίζοντας το χαρτί της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας και της μετατροπής της σε ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο προς όλη την Ευρώπη.
Παράλληλα, κρύβει από το λαό ότι οι προτάσεις και τα «ρεύματα» που συγκρούονται για το μέλλον της ΕΕ, συνιστούν διαφορετικές εκδοχές της αστικής διαχείρισης και είναι από χέρι αντιλαϊκές. Σ' αυτή τη βάση, ο Αλ. Τσίπρας απευθύνει κάλεσμα στις δυνάμεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας «να αναζητήσουν ένα νέο ηγεμονικό ρόλο στις εξελίξεις», απέναντι στο «νεοφιλελευθερισμό», που κατά την ανάλυσή τους είναι η γενεσιουργός αιτία του «ευρωσκεπτικισμού».
Όσες «εναλλακτικές» κι αν δοκιμάσουν, όποιο σενάριο κι αν ευοδωθεί, η ουσία για το λαό δεν αλλάζει: Η ΕΕ σε όλη της την πορεία, 60 χρόνια τώρα, είναι διακρατική ένωση των μονοπωλίων και διέξοδο από την αντιλαϊκή της πολιτική, τις κρίσεις και τους πολέμους της μπορεί να δώσει μόνο ο αγώνας των λαών για αποδέσμευση, δεμένος με την πάλη για την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου».
Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Παρασκευής 24 Μάρτη 2017.


Σχόλια