«Που ναι ο Παύλος σου μωρή»!



Το «που ναι η μάνα σου μωρή» ξύπνησε στο άκουσμα της κραυγής των φασιστών προς την μάνα του δολοφονημένου από τα χέρια τους. Με το «που ναι η μάνα σου μωρή» έψαχναν οι φασίστες να σκοτώσουν, με το «που ναι ο Παύλος σου μωρή» ζητούσαν οι φασίστες να προσβάλουν την μνήμη του δολοφονημένου και να σκίσουν για άλλη μια φορά την ψυχή της μάνας!
Η μάνα! Τι μπορεί να φέρει η μάνα στο μυαλό της παρά το παιδί της να το τρώνε τα μαύρα χώματα;! Τι άλλο μπορεί;! Και πώς μπορεί να μην ξεσκιστεί η καρδιά της που δεν μπορεί να αρπάξει τον μπαλτά και να μακελέψει τα κεφάλια όλων αυτών των αληταράδων που πανηγυρίζουν γιατί δολοφόνησαν το παιδί της;! Πώς μπορεί να μην γίνει κομμάτια η καρδιά της μάνας που δεν έχει την επιλογή όλα αυτά τα βοϊδοκέφαλα, που την καλούν να σκεφτεί το παιδί της στη σκοτεινή γης, να τα στείλει σ' εκείνην την μαύρη τρύπα που «φιλοξενεί» τους προγόνους τους και που θα μείνει εφιάλτης για τους φασίστες όσο θα υπάρχουν άνθρωποι πάνω στον πλανήτη, γιατί θα θυμίζει και σ' αυτούς και σε όσους σκέφτονται να ταυτιστούν μαζί τους, πώς πληρώνει ο λαός εκείνην την φριχτή ώρα!
Μαύρες θύμησες γινήκαν οι κραυγές των εκτρωμάτων! Θυμήθηκα τότε που τρεις από αυτούς, των οποίων τα κεφάλια «φιλοξενούνται» σ' εκείνην την καταραμένη τρύπα της γης που αναγκάστηκε να δεχτεί τόση βρωμιά, με παρέδωσαν στους Γερμανούς! Είκοσι τεσσάρων χρονών ήμουν και είχα ένα νεογέννητο! Την σφαίρα δεν την φοβήθηκα! Περπάτησα κατά πάνω της τραγουδώντας! Τα μαύρα τα χώματα φοβήθηκα όταν με σκεπάζανε μαζί με άλλους έξι δικούς μας, οι τρεις από άλλους τόπους και δεν ξέρω αν ποτέ οι δικές τους μάνες έμαθαν τα σημεία της Ελληνική γης που τους αγκάλιασε για τελευταία φορά! Πέρασαν πολλές μέρες κάτω από τα χώματα! Όταν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός ήρθαν και μας έβγαλαν οι δικοί μας από το χώμα για να μας πάνε σε γνώριμα χώματα! Θυμάμαι ότι πλέον δεν γνωριζόμασταν. Από τα ρούχα μας ξεχωρίζανε! Χάρηκα! Τουλάχιστον θα με πήγαιναν σε γνώριμα χώματα! Δεν έκανε διαφορά όμως! Κι εκεί τα χώματα ήταν σκοτεινά και με σκέπασαν για πάντα! Με σκέπασαν χωρίς να φαίνεται που ήμουν. Μόνο οι δικοί μου γνώριζαν που με παράχωσαν. Φοβότανς ότι αν το μάθαιναν οι φασίστες θα με ξέθαβαν και θα με πετούσαν να με φάνε τα σκυλιά.
Είχα καιρό που κοιμόμουν ήρεμος! Οι περισσότεροι από τους δικούς μου που πήραν μέρος σ' εκείνην την τραγωδία κοιμούνται δίπλα μου! Με ξύπνησε όμως η κραυγή!
«Που είναι ο Παύλος σου μωρή»;!
Πώς να ηρεμήσει αυτή η μάνα;! Ξέρω! Ξέρω ότι ούτε κι αν τις δινόταν η ευκαιρία να καθαρίσει τον τόπο από όλα αυτά τα παλιοτόμαρα που δολοφόνησαν το παιδί της, ούτε τότε δεν θα ηρεμούσε! Ξέρω καλά! Ούτε τότε δεν ηρέμησε η μάνα, ούτε η αγαπημένη μου, ούτε οι δικοί μου, ούτε τότε όταν περικύκλωσαν οι δικοί μας το χωριό για να ξεβρομίσουν τον τόπο από αυτά τα αποβράσματα! Ούτε τότε δεν ηρέμησαν γιατί ούτε εγώ, ούτε κανένας από τους υπόλοιπους μπορούσε να γυρίσει πίσω!
Με ξύπνησαν με τις κραυγές τους τα εκτρώματα και δεν με ξύπνησαν για καλό τους! Τα συνήθισα τα χώματα, δεν τα φοβάμαι άλλο! Αλλά θέλω να σηκωθώ και προσμένω εκείνον τον χτύπο της καμπάνας, εκείνο το μεγάλο τραπέζι της αναστάσεως για το οποίο έχω ανοιχτή πρόσκληση κοντά ογδόντα χρόνια! Περιμένω καρτερικά εκείνο το τραπέζι εκεί ψηλά στα ξάγναντα, να καμαρώσω κι εγώ την νίκη του Ανθρώπου, το τέλος της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο, το τέλος της σιδερένιας φτέρνας του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος, το τέλος των κραυγών «που ναι …… μωρή»!

Σχόλια