«Ανοίξτε ρε μ... να σας μάθουμε ποια είναι η Χρυσή Αυγή»!

Από τη συνέχιση της δίκης της Χρυσής Αυγής την Τρίτη 13 ΣεπτέμβρηTην άγρια δολοφονική επίθεση της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής στο σπίτι των αλιεργατών στο Πέραμα το 2012 περιέγραψε την Τρίτη 13 Σεπτέμβρη στο δικαστήριο ο Αμπού Χάμαντ Σάααντ που ήρθε στην Ελλάδα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Όπως είπε, έχει δουλέψει έξι μήνες και σε οικοδομή, κάνα δυο χρόνια στην Ιχθυόσκαλα, μετά έβγαλε άδεια ο αδελφός του και πουλούσαν ψάρια.
Ο μάρτυρας, που βρίσκονταν μέσα στο σπίτι το βράδυ, κατέθεσε με παραστατικότητα την επίθεση του τάγματος εφόδου, που δήλωσε την ταυτότητά του: «Ανοίξτε ρε μ... να σας μάθουμε ποιοι είμαστε και ποια είναι η Χρυσή Αυγή»! Ανέφερε ότι είχαν ακούσει με τους συμπατριώτες του τη Χρυσή Αυγή, «μας είχαν πει "μπορεί να σας κάνουν κακό"», ενώ πρόσθεσε ότι ο αδελφός του έχει τα στοιχεία του πάνω στο αυτοκίνητο, τους ξέρουν όλοι στην περιοχή καθώς την είχαν γυρίσει πόρτα - πόρτα.
Κατέθεσε για το τάγμα εφόδου: «Είχαμε ξυπνήσει χαράματα για τη δουλειά, 10.00-10.30 το βράδυ έπεσα να κοιμηθώ. Εκτός από τα αδέλφια μου, είχαμε μαζί μας και τα δυο παιδιά του Αχμέτ, 15 και 17 χρονών. Ο Αμπουζίντ ήταν στην ταράτσα, έκανε ζέστη. Κοιμόταν μια εβδομάδα - δέκα μέρες εκεί(...) Εγώ κοιμάμαι πολύ βαριά, η δουλειά μου είναι πολύ κουραστική. Ξαφνικά όλο το σπίτι χτυπιόταν, από την πόρτα και το παράθυρο... Άκουσα τον αδελφό μου τον Αχμέτ να βρίζει κάποιους, που τον έβριζαν κι αυτοί, έξω από το παράθυρο.(...) Κάποιος φώναζε στην πόρτα "άνοιξε Αχμέτ!"(...) Με ξύλα και σίδερα χτυπούσαν το παράθυρο... Κρατούσαμε τα παράθυρα για να μην τα ανοίξουν. Δεν χτύπησε κανείς μας, δόξα τω Θεώ. Τα μικρά παιδιά μπήκαν κάτω από τα κρεβάτια. Ένιωθα ότι ήταν πέντε - έξι άτομα απ' έξω, στο τέλος είδα ότι ήταν πολλοί περισσότεροι(...) Το παράθυρο έσπασε σε ένα σημείο, από την πόρτα έπεσε το τζάμι. Ήταν κλειδωμένη. Άνοιξαν τον πυροσβεστήρα και τον άδειασαν μέσα.
Φωνάζαμε πολύ δυνατά "βοήθεια", για να μας ακούσουν οι γείτονες. (...) Βγήκε ένα παιδί με τη γυναίκα του και ένας ακόμη από τη γειτονιά... Τελικά, όταν κατάλαβαν πως δεν μπορούν να μπουν μέσα (σ.σ. οι χρυσαυγίτες) έφυγαν. Τρία - τέσσερα λεπτά κράτησε όλο αυτό. Μετά, κατέβηκαν στο δρόμο κι έσπασαν τα τζάμια στ' αυτοκίνητα και στο τρίκυκλο. (...) Ήταν νέοι, 20-25 χρόνων, κανένας δεν ήταν παχουλός, φορούσαν μαύρα, μόνο ένας φορούσε άλλο χρώμα. Έφυγαν με μηχανάκια»...
Άρχισε να κλαίει, όταν περιέγραψε την κατάσταση του φίλου του Αμπουζίντ που αιμορραγούσε: «Όταν έφυγαν από το σπίτι, άκουσα μια φωνή "βοήθεια, Αχμέτ". "Χτυπήσανε το παιδί" είπα στον αδερφό μου. Τον βρήκα ξαπλωμένο έτσι (δείχνει, βογκώντας) με τα χέρια ανοιχτά, με αίμα στο κεφάλι και στο στόμα. Το σαγόνι του είχε στραβώσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, μόνο βογκούσε. Είχαν σκίσει τα ρούχα του. Έτρεχαν χοντρά αίματα. Τον κατεβάσαμε από την ταράτσα, με τα αδέλφια μου, λιποθυμούσε και επανερχόταν. Ένιωσα κι εγώ ότι καταρρέω».
Ο Αιγύπτιος αλιεργάτης είπε επίσης στο δικαστήριο ότι οι χρυσαυγίτες πρέπει να είχαν περάσει καμιά δεκαριά φορές και παρακολουθούσαν το σπίτι. «Δεν είχαμε διαφορές, εμείς αγωνιζόμαστε, κάνουμε μεροκάματο, ήλθαμε στην Ελλάδα για να ζήσουμε καλύτερα», είπε, προσθέτοντας ότι την επομένη της επίθεσης αυτός και η οικογένειά του εγκατέλειψαν το σπίτι φοβούμενοι «μήπως ξαναέρθουν».
Νωρίτερα, ολοκληρώθηκαν οι σχολιασμοί των υπερασπιστών των χρυσαυγιτών για την κατάθεση τουΑμπουζίτ Εμπάρακ, οι οποίοι έκαναν αγωνιώδη προσπάθεια να διαχωρίσουν τα εγκλήματα από τη ναζιστική εγκληματική οργάνωση.
Άλλωστε, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στο σχολιασμό της Πολιτικής Αγωγής «υπονοήθηκε ότι θα έπρεπε να φύγει (σ.σ. ο Αιγύπτιος αλιεργάτης) από τη χώρα, αφού δεν είχε δουλειά ή γιατί έκανε παιδιά. Το υπόβαθρο αυτών των ερωτήσεων είναι στον σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας της οργάνωσης». «Όταν υπάρχει απόπειρα ανθρωποκτονίας ενός ανθρώπου και κατόπιν προσπάθεια να τον εκμηδενίσουν ως προσωπικότητα, προκύπτει η ιδεολογική βάση της επίθεσης».

Σχόλια